Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

ένας master of confession κι εγώ

Λεπτομέρεια του γλυπτού "Shrine of Our Lady of Sorrows/The Grotto", Άγιος Φραγκίσκος, Portland, Oregon - δανειστήκαμε τη φωτο κι ευχαριστούμε.

Μέσα στους ηλεκτροφώτιστους διαδρόμους, γυαλιστερούς και γλιστερούς απ' την αντισηπτική παρκετίνη, με τη συνθετική ατμόσφαιρα που κάποιες φορές θυμίζει καπναποθήκη, παιχνιδίζουν κι αστράφτουν τα μάτια του μικρόσωμου ιερέα σαν καθρεφτάκι στον ήλιο. Λες κι άνοιξες παράθυρο και μπήκε η μαλτέζικη αύρα του, αεράκι αυθεντικής αγιοσύνης. Δίχως το παραμικρό στοιχείο πάνω του που να δηλώνει ιδιότητα, το αισθάνεσαι πως είναι ξεχωριστός. Ένας μικρός άγιος με το χιούμορ του, την αρρώστια του, την προσευχή του. Για μια στιγμή νιώθω άβολα έτσι που μ' αγκαλιάζει εκεί μπροστά στο πλήθος. Για μια στιγμή μονάχα, γιατί η μαλτέζικη αύρα με διαπερνά, όπως και τις άλλες φορές που 'χει έρθει εδώ, κι είναι αιχμηρή όσο και παυσίπονη. Τα μάτια του σταματούν για λίγο το παιχνίδι κι εστιάζουν στο πιο μικροσκοπικό σταυρουδάκι του κόσμου που 'χει αράξει γύρω απ' το λαιμό μου. Δικιά μας είσαι μήπως; μου ψιθυρίζει, χωρίς να τον απασχολεί ιδιαίτερα η απάντηση και μάλλον μαντεύει ότι δεν είμαι - και ποιανού είμαι τελικά; Οι πιο πρόσφατες εξετάσεις δείχνουν πως τα πάει πολύ καλά. Η προσευχή, είδες τι κάνει η προσευχή; Μπορεί να νικήσει ακόμα κι ετούτο δηλαδή, πάτερ; Και βέβαια μπορεί, μου αποκρίνεται χαμογελώντας. Θέλω ν' αστειευτώ, να του πω ότι θ' αρχίσουμε να γράφουμε προσευχές αντί για συνταγές, να μείνω λιγάκι ακόμη μέσα σ' αυτή την πεντακάθαρη φούσκα που μας περιβάλλει και που εξαιρεί όλα τ' άσχημα κι όλα τ' άδικα - όμως ο χρόνος τρέχει προς το μέρος μας και μου κάνει νοήματα. Κλείσε παιδί μου το παράθυρο.

Του προτείνω να του φέρω τα υπόλοιπα φάρμακα που του χρωστάμε. Μένει πολύ κοντά στης μάνας μου και του γλιτώνω έτσι ένα δρομολόγιο. Μέχρι να φτάσω έχει τελειώσει ο εσπερινός κι έχει μείνει ολομόναχος. Το σαλονάκι του είναι ολοφάνερο πως έχει καλοδεχτεί πολλές ψυχές, τις έχει ακούσει κι έχει συνομιλήσει μαζί τους αμέτρητες ώρες. Μεγάλη η τέχνη του ακούειν - μ' εκείνο τον έμφυτο σεβασμό σ' όλες τις λέξεις που βγαίνουν στον αέρα, μα κυρίως απέναντι στις άλλες που κοντοστέκονται και δεν τολμούν. Έχω καιρό ν' ακούσω κάποιον να εξορύσσει τις λέξεις από μέσα του σαν μεταλλωρύχος. Κι ενώ έχω ως τώρα συναντήσει αρκετούς ερασιτέχνες εξομολογητές, πρώτη φορά βρίσκομαι απέναντι σ' έναν επαγγελματία. Από εκείνους που είναι εκπαιδευμένοι ν' ακούνε και να σηκώνουν για λίγο τα βάρη των άλλων. Η διαφορά βρίσκεται πάντα στο πόσο περιορισμένος είναι ο μηχανισμός και πόσο στερεότυπες οι αντιδράσεις, κι αν είναι απλόχεροι οι ίδιοι με τις τονωτικές ενέσεις αλήθειας και φιλότιμου. Όσο εύκολο είναι να παρατηρήσεις σχεδόν επιστημονικά τους πόνους, τα βάρη και τις ενοχές του άλλου, τόσο δύσκολο είναι να μπεις - για λίγο έστω - στο πετσί του και να δεις τον κόσμο με το δικό του βλέμμα. Η μηχανευμένη ενοχή, η άφεση αμαρτιών, η εύπεπτη εξιλέωση που όλες οι θρησκείες έχουν με τον τρόπο τους ενσωματώσει, αφήνουν απέξω το δράμα στις πιο ανθρώπινές του διαστάσεις.

Και κάπου εκεί ο ιερέας της Δυτικής Όχθης συνειδητοποιεί με την ευφυΐα της ψυχής, παρά της πίστης του, ότι έχω μεν ανάγκη από την πεντακάθαρη φούσκα που μας περιβάλλει και τους δύο όποτε βρίσκομαι γύρω του, όμως καθόλου δε χρειάζομαι τη διαδικασία της εξομολόγησης στην οποία ο ίδιος έχει εντρυφήσει μια ζωή. Ίσως επειδή άνθρωποι σαν εμένα εξομολογούνται όλη την ώρα στον εαυτό τους, ζητάνε  μ' ευκολία τις συγγνώμες τους, σφυγμομετρούν τις προθέσεις τους και τακτοποιούν τα λάθη τους προτού κάνουν καινούργια.

Κι ενώ τίποτε από όλα αυτά δε μειώνει στο ελάχιστο την αυθεντικότητα και την αγιοσύνη του συγκεκριμένου ανθρώπου, καταφεύγω ξανά στα γνώριμα πόδια μιας άλλης σκοπιάς που καθόλου δεν πιστεύω ότι στερείται τη θεϊκότητα της ανθρωπιάς - και που μου δίδαξε εμπειρικά ο πατέρας μου: όταν μπορείς ν' ακούσεις και να μοιραστείς τους καημούς του άλλου σε βαθμό ώστε να βηματίζεις κι εσύ μαζί του πάνω κάτω τις νύχτες. Αυτή είναι η Εξομολόγηση.  


With deepest respect to Steve Rothery and Marillion.

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

προς το μηδέν

Κρεμάστηκε η Ελπίδα απ' το γάντζο όπως γαντζώνεται κάτι στον αέρα να στεγνώσει, ή να σταθεί ακίνητο, ή να βρεθεί πρόχειρο σε ώρα ανάγκης - αρκεί μονάχα ν' απλώσεις το χέρι κι αυτό βρίσκεται εκεί στη σιωπηλή του χρησιμότητα, σαν την πετσέτα της κουζίνας ας πούμε. Σάλευε η Ελπίδα πέρα δώθε κάθε που φύσαγε απ' το παράθυρο, μια δόση ανάσας, μια πτώση ίσως. Πού τέτοια τύχη. Ποτέ δεν έφτανε ο αέρας να τη ρίξει - πιο πιθανό φαινότανε να ξεκολλήσει ο γάντζος, να πέσει το ταβάνι, παρά να την πάρει ο άνεμος. Έτσι ίδρωνε και στέγνωνε η Ελπίδα σε κύκλους άθραυστους από διαφανές υλικό. Κι ονειρευόταν αντί για γάντζος να 'ταν αγκίστρι κι εκείνη ψάρι, να 'σπαγε ο κύκλος και να 'βγαινε αυτή απ' τα νερά της. Προς το μηδέν. Μ' ένα πήδο πέρα από το γκριζοπράσινο έλος που την κρατάει αιώνες τώρα με μειωμένη βαρύτητα μα περίσσια ένταση λίγο πιο κάτω απ' την επιφάνεια. Παραφθαρμένη κι άγρυπνη. 
Πιο δίπλα γάντζοι συγγενείς: για τροχαλίες, για ριμούλκες, για ορειβάτες. Κι όλοι προς της Ελπίδας τη μεριά κοιτάνε, της αμφίβιας και πρόχειρης Ελπίδας που στο κουζινάκι του κόσμου ταλανίζεται να πέσει δίχως ποτέ να φτάνει το μηδέν.



I know your body's like a cloud
Floating around the softer side of things you know
I know you like to let it out
For me it's just a kind of pressure coming out

Oh no.. how did it come to this
Making your way back home
Thinking oh no what is it about this
Trying to break the cold

I bet there's something in the air
A tiny drug to keep our bodies unaware
These little fractures wearing out
For me it's nothing but the numbers adding up

Oh no.. how did it come to this
Making your way back home
Thinking oh no what is it about this
Trying to break the cold

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

φωνή απ' το βράχο

Oscar Wilde
16 October 1854 – 30 November 1900
Sculpture in Merrion Square Park, Dublin

To drift with every passion till my soul
Is a stringed lute on which all winds can play
Is it for this that I have given away
Mine ancient wisdom and austere control?
~ Oscar Wilde ~



Mια σκέψη για όλα τα χρόνια που κουβαλούσα τον Όσκαρ στις νεανικές μου πλάτες. Για όλα τα καλοκαίρια που αντί να παίζω ρακέτες, να λιάζομαι και να φλερτάρω, είχα το De Profundis συντροφιά μου στην αμμουδιά και μοιραζόμασταν μαζί την οικεία αποξένωση, τη γνώση που δεν καταδέχεται να 'ρθει προς το μέρος μας γιατί βρίσκεται μόνιμα εκεί - και το μόνο που χρειάζεται είναι να την ξεσκαλώσουμε απ' την πλεκτάνη του φόβου καλώντας την κοντά μας. Τώρα εσύ ένας βράχος σμιλεμένος κι η ψυχή μου κλεισμένη μέσα του - κάποτε πετάξαμε μαζί κι έχω μάθει πως όσα διαγράφουν παράλληλες τροχιές στον αέρα, έστω για λίγο, τα δένει μια για πάντα ο Ερμής με νήματα χρυσά. Με δίδαξες να μην τρομάζω στη μοναξιά του πλήθους. Να απαλύνω το κοφτερό περίγραμμα της απογοήτευσης και ν' αφήνομαι στα χέρια της, όπως αφήνομαι στα κύματα, για τα πιο δύσκολα μαθήματα.

Ποτέ δεν έμαθα να περπατώ σε τόπο μη βραχόσπαρτο, κι ίσως αυτό να το 'χουμε μαζί κοινό.




Κυριακή, 10 Οκτωβρίου 2010

στη γλώσσα μου

Να θυμηθώ να πάρω μαζί τη γλώσσα μου
Όχι πως θα μου χρειαστεί για να μιλήσω
γιατί εκεί που πάω τα λένε αλλιώς
κι εδώ που βρίσκομαι αλλιώτικα τα λένε
Πλανιέμαι πως αναγνωρίζω τα σύμβολα
μα πάντα κάτι κρύβεται ή τρέχει πίσω τους
που εγώ ο γραφικός αδυνατώ να συλλάβω
με ζεστή ακόμα την ανάγκη να θυμάμαι
τις εποχές που φάνταζε σημαντικό να μπορεί
η Αγάπη να μιλά τη γλώσσα μου
Ώσπου οσμίστηκα πόσες άλλες μιλούσε
- ανάμεσά τους ίσως τη δική μου -
και πιο αργά πως μια μόνο γνώριζε
κι είχε να κάνει με τη σιωπή
Πολύ αργότερα πως μάλλον θα 'πρεπε
εγώ να μάθω κάποτε να συλλαβίζω
στη γλώσσα της.

thalassaki 21.01.2007: Βόσπορος, Σκιά
..second chances are too few and far between
the will to change this circumstance eludes me still
should I grow another shell in which to live
should I grow another shell and not forgive..

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

Σάντι δύο και φύγαμε..


Jenn Frank - Leaving on a Jet Plane .mp3
Found at bee mp3 search engine

Η μέρα, Σάντι, ξεκίνησε με σένα.
Δεν περίμενα ν' ακούσω τη φωνή του συντρόφου σου με το που πήρα μπρος στη δουλειά. Θα βλεπόμασταν σήμερα, μα δεν ειδωθήκαμε.
Και ξέρεις πώς είναι. Περιμένουμε σ' ένα σταθμό, ανάμεσα σε συνταξιδιώτες που περιμένουν κι αυτοί, αναχωρούν ή συνεχίζουν να περιμένουν. Βαραίνουν οι αποσκευές μας, Σάντι. Μ' αγκάλιασες αυθόρμητα μια μέρα αρπάζοντας το κορδόνι της καρδιάς μου. Τι γυρεύω εγώ εδώ που ξαναγίνεται η ζωή μας χώμα;

Και μου πέταξε προχθές ο ημίθεος: "δεν είμαι, ξέρεις, θεός." Θεός δε γεννιέσαι- γίνεσαι, του απάντησα. Για κάποιους γίνεσαι. Και για να ελαφρύνω κάπως την ατμόσφαιρα που 'χει πάψει προ πολλού να 'ναι ατμόσφαιρα, του 'πα πως αν είναι έτσι τότε σε λάθος άνθρωπο προσεύχομαι τα βράδια. Γέλασε και πήρε ανάσα, ανάσα ήρθε να πάρει και σήμερα πάνω απ' τον ώμο μου.. να με κοιτάξει μια στιγμή ίσα ν' ακούσει πως άλλος έχει το λόγο εδώ. Καταλαβαίνεις Σάντι. Άλλος έχει λόγο.

Κι έπειτα προσπέρασε χαμογελώντας.. βάλε παρωπίδες και προχώρα θαλασσάκι, μου λέει, δε μπορείς να κλάψεις και να λερώσεις εδώ, βάλε παρωπίδες είπε και σαν παρωπίδες αλόγου έβαλε τα δυό του χέρια στα πλάγια των ματιών να κόψουν λιγάκι ακόμα το πεδίο ζωής. Κι όμως κάπου πιο μέσα η ιστορία διαβάζεται αλλιώς.

Ποτέ μου, αποκρίθηκα, δε θα βάλω παρωπίδες. Ποτέ δε θα πάψω να νοιάζομαι και να σας λερώνω, να μεταφράζω την αλήθεια που τη βλέπω άλλοτε φουρκισμένη κι άλλοτε θλιμμένη να μου μιλάει στη γλώσσα της, να με κοιτάζει και ν' απαιτεί φωνή, τη δική μου φωνή, οποιαδήποτε φωνή που βγαίνει άφοβα από πνευμόνια ανθρώπου χωρίς την επιμέλεια ημίθεου.

Χαίρομαι τόσο που προλάβαμε να γνωριστούμε. Χωρίς ποδήλατο, χωρίς μηχανή. Ας είναι.
Καλό σου ταξίδι.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

της μέσης και της άκρης

Queenslane τη νύχτα, Oxford, UK - δανεισμένη η φωτο από την ιστοσελίδα http://oxfordlight.co.uk, ευχαριστούμε.



Γοργά που κινείται η νύχτα.
Κοιτάζω μπροστά, έχει προσπεράσει
στρέφομαι πίσω, καταφθάνει φουριόζα.
Όμως δεν είναι πια η ίδια νύχτα.
Όχι εκείνη που θυμόμουνα, του ήπιου σκότους.
Των φεγγαριώνε και των αστεριώνε.
Ετούτη η νύχτα δε μου αμβλύνει τις γωνιές
έχει ξεχάσει πώς τροχίζουν τις σιωπές
δεν αγκαλιάζει σα σεντόνι παιδικό τον ύπνο
κι ούτε κουβέντα, δες τη, δε σηκώνει
παρά μονάχα βάρη - η μια της άλλης, νευρώδικα.
Από ζύγι σε ζύγι. Η νύχτα που 'γινε καμβάς
χρωστικών ψιχίων ψυχής
ένα δύστροπο κάτοπτρο αγώνων άνισων.
Η νύχτα του αν και του ίσως.

Χαρισμένο στην τραχιά μπάμπω μα πάντα χρυσαφένια σκιά μου.

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

ασκήσεις αγάπης


Με παίδεψε αρκετά ετούτο το ερασιτεχνικό μου κλιπάκι - τίποτε το ιδιαίτερο για να στηθεί, όμως το πρόγραμμα δεν έλεγε να πάρει μπρος, οι φωτογραφίες πάγωναν. Μου 'φερε στο νου την ίδια την αγάπη - των δικών μου προδιαγραφών τουλάχιστον. Κι όταν εντέλει αποφάσισε να δουλέψει η μουσική με τις εικόνες κι έφτασε στο τέλος, τότε δεν ανέβαινε με τίποτε. Μιλάμε εδώ και μέρες. Είπα να το παρατήσω, με τίποτε δε σκόπευα να το ξαναρχίσω. Και τελικά να 'το - απρόσμενα σήμερα το πρωί, εντελώς αβίαστα. Όπως αρμόζει στην αγάπη.

Είναι ένα τραγουδάκι μιας σχετικά άγνωστης μπάντας από τα μέρη μας εδώ. Μια χούφτα απλοί στίχοι ντυμένοι με μια εξίσου εύκολη μελωδία που απ' την πρώτη στιγμή με κέρδισαν: κάπως έτσι απλή κι αβίαστη είχα πάντα στο νου μου την αγάπη. Κι απ' όλα τα τραγούδια του κόσμου που εκφράζουν πηγαίο συναίσθημα, του είδους εκείνου που ξέρει ν' ακροβατεί ανάμεσα στην αγάπη και τον έρωτα, θα 'θελα να χάριζα κάπου αυτό εδώ. Και το σπουδαιότερο: να νιώσω έτσι όπως νιώθει ο δημιουργός του.

Με τέτοιες σκέψεις ξεκίνησα το κλιπ, κάπως έτσι το συνέχισα και καθόλου δε μ' εντυπωσιάζουν οι δυσκολίες που συνάντησα ώσπου να το φέρω εδώ έξω. Αντιπαθώ το μελό και τους κενούς ρομαντισμούς, όμως είναι αλήθεια ότι οι μέρες - καλές ή στραβές - φαίνονται από νωρίς το πρωί και πως η ζωή είναι γεμάτη σημαδούρες - άσχετα αν συχνά επιλέγεις να τις αγνοείς. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω κάποτε να νιώσω σαν τον Aaron Fletcher που στρίμωξε τόση ποίηση μέσα σ' ελάχιστες λέξεις. Όπως ένας κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων, έχω ξεμακρύνει αρκετά απ' τη στεριά. Με το χρόνο και την προσπάθεια η ιδανική αγάπη γίνεται φάρος στη μέση του πουθενά, ενώ οι έρωτες μοιάζουν μ' αφρούς πάνω σε κύματα διαφόρων μεγεθών. Υπάρχουν "αγάπες" που δε θα καταλάβω ποτέ - κι άλλες που 'χω γερά εμπεδώσει.

Και μέσα απ' την τρυφερότητα του τραγουδιού, την ανέφικτη εκείνη όψη της αγάπης που φαίνεται να 'χει χρονίσει σ' ένα πατάρι της καρδιάς μου, επιστρέφω πάλι στο άλλο της πλευρό που για μένα πάντα θα εκπέμπει πιο δυνατά από καθετί. Με τον πιο ισχυρό παλμό, αδιαφορώντας για τον καιρό και μακριά από στεριές.
  
You wouldn't walk away
if my stories they weren't true

I love you

It's only make believe
it's something that I do

I love you

Baby there's no lies
I wouldn't make you cry

I love you

You're charming in my thoughts
with the magic that you brought

I love you

Τρίτη, 24 Αυγούστου 2010

moon games

Photo copyright: Laurent Lavender, "Moon Games" from the webpage of nasa.gov - with thanks.



Dylan in the Movies are: Brian Sullivan, Matt Pynn, Dean Fisher, Elizabeth Steen, Pete Caldes.


Χρόνια μετρούσαμε: τους σχολικούς μας τοίχους
την ανάπτυξη των φυτών, τη χαμένη ενέργεια, το πετσί που αλλάξαμε.

Μετρήσαμε ροδοπέταλα, γυρίνους, κόκκους άμμου
παρατηρήσαμε αποδημίες, βροχοπτώσεις, συχνότητες.

Πίστευα πως υπήρχε χρωματογραφία
για την ευτυχία ή τη μονόδρομη αγάπη

και κάπου πίσω απ' όλα τούτα, σε χωράφια μυστικά
όπου κρύβονταν αβγά γλάρων και πέτρες κι άλλα που δε γνώριζα τ' όνομά τους

ένας κόσμος αλλιώτικος, εποπτείας και διαχωριστικών γραμμών
γήινων ρευμάτων στους σπόνδυλους, ολονύχτιες
εικασίες νοερών φωνών παμπάλαιων.

Περπατώντας μες στη νύχτα, τρύπωνα κάτω στα σκοτεινά
κι έβρισκα το δρόμο με την τέχνη του ένστικτου

μιαν έκτη αίσθηση που αναγνώριζε
κάποιο βαθύτερο παλμό, την έλξη των πραγμάτων στην ανάπαυση

την ένταση ενός τραπεζιού ή ενός δοχείου
με χρυσόβεργες

                           - κι όταν στεκόμουν έξω

στραμμένος προς τον κατάφωτο βραδυνό ουρανό
περίμενα ν' αρχίσει η μουσική που την ένιωθα

να σαλεύει μες στο μεδούλι μου
όπως ο Goodricke* τις νύχτες

πέρα απ' την ακοή, ηχηρή σαν
καμπάνα, αρμονίες
να μουρμουρίζουν στις φλέβες του

τ' ακροδάχτυλα, τα βλέφαρα να φέρουν τους μώλωπες της χάρης
συντονισμένα στη μονωδία των αστεριών.


"Sense Data" του John Burnside, γραμμένο το 2000. Απόδοση  από τα αγγλικά: thalassaki
* η αναφορά στο νεαρό John Goodricke (1764-1786), αστρονόμο - ήταν εντελώς κουφός από παιδί, αυτό όμως δεν εμπόδισε το πάθος του για τ' άστρα, τις διαρκείς μελέτες και την ανακάλυψη του Αλγκόλ στον αστερισμό του Περσέα.

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

στη γλώσσα των κλισέ

Ακούγοντας δίπλα το φοβερό αυτό κομμάτι του Fish, σκέφτηκα πως δεν ήθελα να το χάσω απ' τα χέρια μου σ' ετούτο το τεράστιο ταξίδι στα βαθιά και τα ρηχά της μουσικής και των κλισέ. Άλλωστε πρόκειται για μια θάλασσα που εύκολα με καταπίνει, με ξεβράζει και με πηγαινοφέρνει - εύκολα και γι' αυτό ακριβώς επώδυνα. Τι θα 'ταν θα μου πεις η ζωή δίχως μουσική και κλισέ, ήχους και λέξεις που αναπλάθονται σε μύρια σχήματα και ξεφυτρώνουν σε χίλιες-δύο εκδοχές. Τι θα 'μουν ο πρόσφυγας αν δεν κολυμπούσα τόσο κόντρα στα ρεύματα των κλισέ όσο και μέσα τους. Κλισέ τα λόγια, οι εντυπώσεις, τα τραγούδια, οι ανάγκες, τα σ' αγαπώ μου. Κλισέ η αφοσίωση, το πιθανό, το ανέφικτο και η πεπατημένη μου. Κλισέ το παρελθόν και το παρόν μου. Κι αυτή είναι η μόνη, η βαρετή, η αφτιασίδωτη αλήθεια.

Fish - Cliche .mp3
Found at bee mp3 search engine

Δε μπορώ να κλείσω γι' απόψε χωρίς μια γραμμή εκτίμησης για τον κιθαρίστα Frank Usher που εκτός από μουσική κατασκευάζει κι εκπληκτικές κιθάρες. Το χαμηλό προφίλ δεν αφαιρεί ούτε ίχνος απ' το τεράστιο ταλέντο του. Το Cliche του ανήκει όσο ανήκει και στον Fish - μπορεί ο ίδιος να μη φαίνεται στο κλιπάκι που ακολουθεί, όμως ακούγεται και του αξίζει απέραντα ν' ακούγεται.

Γιατί το Στυλ δεν είναι ποτέ κλισέ.



"Cliche" from the double album Bouillabaisse (best hits from 1982 to 2003)
Released in 2005 by Chocolate Frog Records. With thanks.

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

way out of where?

H φωτο δανεισμένη από το http://hydeparkprogress.blogspot.com τους ευχαριστώ. 
Bless you Porcupine Tree για την αστείρευτη συντροφιά όταν όλα σωπαίνουν.

Να βγω από τι;
Συχνά δεν ξέρω καν πως έχω μπει - πόσο μάλλον σε τι πράγμα, και πώς το λένε, τι σχήμα έχει, τι γεύση κι οσμή.
Προσπερνώ εξόδους κινδύνου, εισόδους ασφαλείας, δεν τις βλέπω.
Περιμένω έξω απ' τη γραμμή κι είναι βαριά η αναμονή χωρίς αντίκρισμα.
Να βγω από τι.
Στην κλεψύδρα ρέει προς τα κάτω η ενέργεια. Σχεδόν μου λείπει η εποχή του κουνελιού που το τυφλώνουν οι προβολείς. Ο καιρός της μισάνοιχτης πόρτας, της αργής κίνησης σε πηχτό σιρόπι.
Λέω σχεδόν γιατί αμβλύνονται οι πόνοι στην πορεία και δε ζυγίζουν πια το ίδιο.
Το πρόσωπο της φωτογραφίας είναι δικό μου λίγο πριν βγω από το τι. Χίλια κύματα μακριά από μένα. Ένας αιώνας σκαλίζοντας κόκκους στην άμμο, κυνηγώντας ψύλλους στ' άχυρα.
Όταν οι έξοδοι άξιζαν μια μάχη, οι είσοδοι είχαν ονόματα στα κουδούνια κι εγώ περίμενα αγόγγυστα.
Να μπω στο τι.

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

καταιγίδα στη χώρα των δακρύων


Είναι μυστήρια η χώρα των δακρύων. Μυστήρια μα τόσο γνώριμη, μπαινοβγαίνεις εκεί με εισιτήριο πολλαπλών διαδρομών, κανείς δε σου ζητάει ταυτότητα, στα μάτια σε κοιτάνε και περνάς μέσα. Μυστήριο κι εγώ, νεροπότηρο - κρασοπότηρο έστω - ουδέποτε μισό μα γεμάτο ως επάνω με ψεγάδια. Ατέλειες της προσπάθειας και της πρόθεσης, της συμπόνιας, της συμπόρευσης. Τέλος. Ό,τι γνωρίζω περί έκβασης της κάθε σκέψης ή πράξης μου συσπειρώνεται γύρω απ' το μηδέν. Kρίκος. Κουλούρα. Ένα ατέρμονο αδιέξοδο αταίριαστων αφετηριών κι εξελίξεων. Νιώθω ότι τίποτα δεν ξέρω εντέλει, οι γνώσεις μου ισχνές, πώς να πιαστώ από το Είμαι - ρευστό κι αυτό, ουσία μεταβλητή, η κούραση μου κόβει τη φωνή και την ανάσα, αγάπες ξεχασμένες στις αφίξεις - αναχωρήσεις έστω. Κι είναι φοβιστικό που δε με νοιάζει, γυρίζω σπίτι χωρίς να περιμένω ή να ελπίζω - κι άσε να λέει ο ποιητής, ούτε εκεί βρίσκεται η ελευθερία. Απώλεσα το χαμόγελο, τη σύντροφο μέσα μου - άραγε σε ποιες αφίξεις ή αναχωρήσεις ξεχάστηκε κι αυτή - τα μάτια εξοικειώθηκαν στο σκοτάδι, στις απουσίες. Όλα συνηθίζονται λοιπόν, αποδεσμεύομαι, κρατώ μονάχα τους πιο πολύτιμους για μένα δεσμούς που κι αυτοί μεταλλάσσονται, μα τους κρατώ γιατί έτσι - είναι κλειδιά Θεού, βώλοι ζωής. Η καρδιά κατανοεί ενώ ο νους ασθμαίνει: το παιδί ανδρώνεται πιο γοργά απ' τη δική μου αντίληψη, η κόρη ένα απόσταγμα δακρύων που ολοένα εξατμίζεται, οι ασθενείς στη φυλακή της εσωστρέφειας, οι φίλοι περισταλτικοί, κι η μάνα... η μάνα εντέλει - όχι η ελπίδα - πεθαίνει τελευταία.
Και το χειρότερο: κάθε φορά που χάνομαι γυρίζω πίσω.

Δεν υποκρίθηκα ποτέ και το θυμάμαι.

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

this ain't no love that's guiding me

Φωτο: Temple Pier, The Thames, London - May 2009, thalassaki

Το αμαξάκι έκοψε ξαφνικά κι απότομα πάνω στη γέφυρα, αντίθετα ή μάλλον κάθετα στο ρεύμα, και δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία πως σε στιγμή-αστραπή θα εκτοξευόταν πέρα από τις μπάρες, σταθερά προς την κατεύθυνση του Αγίου Παύλου βοήθειά μας. Στο επόμενο πλάνο βρισκόμουν ακόμη πίσω απ' την πλάτη του μα μπορούσα να δω το προφίλ - στο τιμόνι ανέμελος, μήπως μειδιούσε κιόλας; - αναδύοντας φερορμόνη σιγουριάς. Δίπλα μου καθόταν μια ανώνυμη σκιά, τα βλέμματα στραμμένα στα καφεγκρίζα νερά του ποταμού που ολοένα ζύγωναν, κι όμως το αμαξάκι ακόμη πετούσε κάμποσα μέτρα πάνω απ' τον Τάμεση χάνοντας ύψος και γέρνοντας προς το πλάι. Οπωσδήποτε θα πέσουμε και θα 'ναι βέβαιος ο πνιγμός, δε βλέπεις τίποτα μες στο ποτάμι ειδικά στο σημείο εκείνο, μια μάζα που σχεδόν κόβεται με το μαχαίρι και θα 'ναι αδύνατο να βγεις να κολυμπήσεις.

Κολυμπώντας ωστόσο με απλωτές στα βαριά δευτερόλεπτα επικείμενου θανάτου, βρίσκω το χρόνο ν' αναλογιστώ δύο σημαντικά: πόση οικειότητα έχει βλαστήσει ανάμεσα στο Θάνατο κι εμένα - έναν άνθρωπο κοινό, της κάθε μέρας και παντός καιρού, στο Θάνατο που περιφέρεται σε διαδρόμους και κλειστούς χώρους ζητώντας πού και πού ένα ποτήρι νερό. Και πόσο τελικά τον εμπιστεύομαι ετούτο τον ευμετάβλητο, κυκλοθυμικό τύπο στο τιμόνι - εγώ που μια ζωή διατηρώ περίεργες σχέσεις με την Εμπιστοσύνη κι αυτή μαζί μου, απατηλή, αργοπορημένη, απρόβλεπτη Εμπιστοσύνη που σε στήνει και σου τη στήνει με την ίδια άνεση.

Με μια κίνηση σπασμωδική, μια φόρτσα που έμοιαζε να πηγάζει από το υπερπέραν, το αμαξάκι ανέκτησε δυνάμεις, πέταξε ακόμη λίγο και προσγειώθηκε με ασφάλεια σε ξηρά. Κανένας δεν πνίγηκε κι ο κίνδυνος σαν να μην είχε υπάρξει, ποιος ήταν που οσμίστηκε προηγουμένως κίνδυνο και για ποιο λόγο, έτσι περνάμε εμείς τις γέφυρες και τους δύσβατους τόπους - με αμαξάκια αμφίβια κι αντοχές αμφίδρομες. Και κάπου πιο κάτω χωρίζουν οι δρόμοι δίχως παράπονο, έμεινε πίσω η λιποψυχιά μαζί κι ο κόπος, εσύ θα τα βάζεις με το Θάνατο κι εγώ θα του βρίσκω νερό, η Εμπιστοσύνη θα προσπερνά αγγίζοντάς μας με τη φούστα της απαιτώντας σεβασμό και μετρημένα λόγια, μακριά από δω κι από αγάπες της ώρας.


..some days I'm bursting at the seams
with all my half-remembered dreams
and then it shoots me down again..

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

19 Μαΐου: Τιμή στον Πόντο

Ευχαριστώ την ιστοσελίδα Πόντος και Αριστερά από όπου δανείστηκα την εικόνα.

Τέτοιες μέρες, θα μου πεις, προώθησης ελληνοτουρκικής φιλίας και αλληλεγγύης, τι σ' έχει πιάσει πρόσφυγα και θυμάσαι - χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει - το χαμό του Πόντου; Μια ζωή έτσι κι αλλιώς όλα γίνονται γυαλιά-καρφιά, και τώρα που 'γινε πάλι φρέσκος χαλασμός καιρός να σωπάσουμε, να κοιτάξουμε "μπροστά", να ξαναμοντάρουμε την ιστορία και να δούμε πώς θα συμμαζέψουμε τ' ασυμμάζευτα. Πάντα δε μπαλώναμε τρύπες; Πάντα δε γεμίζαμε μπόγους και πηγαίναμε παρακάτω; Άντε λοιπόν, τζάνεμ, δώσ' ένα χέρι να σκουπίσουμε τα ξεραμένα αίματα, να χαμογελάσουμε στο φακό και να ψάξουμε για νέους καταυλισμούς. 

Κι άλλωστε, πόσοι έχουν πλέον απομείνει να θυμούνται τον Πόντο, τη Σμύρνη, την Αρμενία; Δεν έχουν πεθάνει ακόμα; Και που 'σαι, μην ξεχνάς πως μόνο ένα τεταρτάκι ποντιακό αίμα διαθέτεις του λόγου σου. Δε χόρεψες σε ποντιακά τσιμπούσια, δεν έγραψες μακρόσυρτα γράμματα σε μακρινά ποντιακά ξαδέλφια, δε γνώρισες τον Πόντιο παππού, δεν κατάφερες να καταγράψεις τις οικογενειακές και προσωπικές ιστορίες της φαμελιάς σου. Μες στο κεφάλι τα κουβαλάς και τι να σου κάμει πια το έρημο κεφάλι, ένα τσαφ να γίνει και πάνε όλα - στάχτη και μπούρμπερη το μνημονικό κι οι ιστορίες σας και τα πανηγύρια τους.

Για δες, η ποντιακή λαλιά όλο και φθείρεται και χάνεται, ποιος θα τη μιλά σε λίγο, εδώ η ελληνική έχει γίνει σούπα νερόβραστη, αρχαίες λαλιές θα θαφτούν σε χαμένα χώματα, κι εσύ κοίτα μην κλαψουρίζεις και μας βλέπουν ντροπή πράμα, έτσι είν' ο κόσμος και πάρ' το χαμπάρι, σύνορα μετατοπίζονται, συνειδήσεις εξαγοράζονται, τα πάντα έχουν αναγραφόμενη ατιμία πάνω τους, εσύ χαμογέλα αστράφτει το φλας, σώπα δα που ντρέπεσαι για την οργή των απλών, κοίτα την Εμινέ πώς φοράει τη μαντήλα με περηφάνια κι άποψη ενώ τα δικά σου σύμβολα τα ρίχνεις άθλιε ραγιά μου στην πυρά. Τι να τους κάμεις δα ξεθωριασμένους εχθρούς εκεί έξω, μέσα σου είναι ο εχθρός νταβραντισμένος, καραδοκεί, οπλοφορεί, και συ ακόμα θυμάσαι γενοκτονίες..

εγώ ακόμα θυμάμαι Γενοκτονίες

19 Μαΐου: Ημέρα Μνήμης της Ποντιακής Γενοκτονίας

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

Saxon..on..and on..

Photo copyright: "Bleeding Rainbow" by MalevolentJester 
@deviantart with thanks
Πολύ ανάμικτα τα συναισθήματα ξανά τούτες τις μέρες. Αφόρητο που τριγύρω μου ο κόσμος σχολιάζει τα καθέκαστα των παθών της μαμάς-Ελλάς μ' εκείνη τη γνώριμη χροιά της ανωτεροτίτιδας. Με την πατίνα του βολεμένου που ανέκαθεν έριχνε βλέφαρο προς το Νότο απ' τα ψηλά παραθύρια του Βορρά. Στην καλύτερη περίπτωση υπήρχαν κάποιες όμορφες αναμνήσεις από "λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι" τους. Στη χειρότερη, έπαιζαν περίεργες απόψεις προκατασκευασμένες από τα ΜΜΕ, τα φτηνά ταξίδια αναψυχής και κάτι ψιλο- έως χοντρορατσιστικές εντυπώσεις που κουβαλάει ο καθένας σαν τ' άπλυτά του από 'δώ κι από 'κεί. Λόγω της πολυετούς ζωής μου εδώ, έχω την ατυχία να θυμάμαι τις περιπέτειες του φτωχού Έλληνα συγγενή μες στην Ευρώπη. Σε μια χώρα που μετά βίας ανέχεται την Ευρώπη, πόσο μάλλον την Ελλάδα... Μου 'ρχεται να χαμογελάσω που κάποιοι ακόμη θυμούνται το πραξικόπημα του '67 - για να μην πω και την τουρκοκρατία! - κάνοντας αυτόματες συγκρίσεις με τις τωρινές μας συγκρούσεις.

Από την άλλη, θέλω να κλάψω. Μια ζωή προσπαθούσα να χτίσω, όσο μ' έπαιρνε βέβαια, την εικόνα - κυρίως την ουσία - της Φτωχομάνας στην αλλοδαπή: κάτι τα μαθήματα της γλώσσας απ' το απόλυτο μηδέν στο γράφω και διαβάζω ικανοποιητικά Ελληνικά, κάτι το αεράκι της Νότιας Ευρώπης να διαπερνά τη στεγνή καθημερινότητα, κάτι το μυαλό που δε χώρεσε ποτέ σε τετραπακ κουτάκια. Γενικά ένας δικός τους ξένος. Ένας γνωστός-άγνωστος Ευρωπαίος. Έτσι να 'ναι το λοιπόν οι σύγχρονοι Έλληνες;

Εδώ πάνω επιλέγουμε την επόμενη γραβάτα απόψε, όμως εγώ δεν ψηφίζω. Μόνο στις ευρωεκλογές και τις δημοτικές. Ο λόγος; Δε ζήτησα ποτέ μου τη βρετανική υπηκοότητα. Τότε, κάμποσα χρόνια πριν, θα 'πρεπε να εγκαταλείψω την ελληνική και το 'χα θεωρήσει επιεικώς απαράδεκτο. Μετά που είχα παντρευτεί και θα 'ταν τόσο απλό, το ξέχασα. Αργότερα αδιαφόρησα. Κι έτσι τώρα αποφασίζουν άλλοι για μένα. Εγώ απλά δουλεύω, συμμετέχω, προσφέρω, πληρώνω, μα ως εκεί με πάει τούτη η βαλίτσα. Αυτό το "ανήκεις και δεν ανήκεις" το 'χω πολύ καλά εμπεδώσει. Μήπως έτσι δε συμβαίνει και με τη μαμά-Ελλάς; Δεν επιθυμεί και δεν εκτιμά κανέναν. Όλοι της είναι ξένοι. Ξένοι της ξένοι.

Παράξενο και τρομερό θεριό ο φασισμός του σύγχρονου βίου. Ο φασισμός του καπιταλισμού, της κατανάλωσης και της ψευδοεπιλογής, σε κάθε μήκος και πλάτος του "εξελιγμένου" κόσμου. Όσο τον κοιτάς στα μάτια, τόσο πιο πολύ θα νιώθεις - προπάντων θα είσαι - ξένος.

Και τώρα; Τώρα θα βάλω ν' ακούσω λίγο Saxon, γιατί στα νιάτα μου πολύ τους συμπαθούσα τους τύπους απ' το νότιο Γιορκσάιρ, με τα ακραία σολαρίσματα, τις μαλλούρες, τις μηχανές κι έναν απ' τους καλύτερους ντράμερς του κόσμου, τον Nigel Glockler. Άλλωστε με γοητεύει το ουράνιο τόξο που αρχίζει απ' τον πάγο και τελειώνει στις φλόγες. Το κρυφό ουράνιο τόξο που λιώνει εντός σα γλειφιτζούρι. 

Πού 'σαι πατέρα, να κουβεντιάσουμε πολιτικά και να σε ξεκουφάνω με τους Saxon.. Κανένας δεν υπάρχει πια για τέτοιες πολυτέλειες. Βλέπεις, είναι ρετρό τόσο τα μεν όσο κι οι δε. Αλλά κι εμείς.. πολύ ρετρό σου λέω, πατέρα.
Όσοι φεύγουν από κοντά μας, όποιος κι αν είναι ο λόγος, ή και δίχως λόγο, σε καθημερινή βάση.. γνωστοί, άγνωστοι, δικοί μας, ξένοι: RIP

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Σάντι

"Eλένη", αντήχησε πίσω μου μια μαλακή, ευγενική, γυναικεία φωνή σκαρφαλώνοντας αρκετά ώστε να μην πνιγεί στο βουητό της απογευματινής ανθρωποθάλασσας εκείνης της Πέμπτης, στα εξωτερικά μας ιατρεία. Στράφηκα προς το μέρος της, σίγουρη πως καλούσε εμένα. "Σ' άκουσα πριν κι αναγνώρισα τη φωνή σου απ' το τηλέφωνο.. και ήθελα να σε γνωρίσω από κοντά," μου είπε ενώ τα δυό μου χέρια είχαν ήδη, ασυναίσθητα, κλείσει μέσα τους το δικό της - πολύ αδύνατο, μα πιο πολύ αδύναμο.

Τόσες φορές είχαμε μιλήσει, είχα τακτοποιήσει κάποιες επισκέψεις της, αρκετές εξετάσεις της, κι εκείνη ακόμη θυμόταν τη φορά που είχα βρεθεί μόνη κι έπρεπε να πάρω μιαν άμεση απόφαση που την αφορούσε. Για μένα, άλλη μια πλευρά της εν πολλοίς αφόρητης δουλειάς μου. Για εκείνη, το ελάχιστο κάτι που κάνει τη διαφορά. Μια γέφυρα ανάμεσα στο απρόσωπο και το προσωπικό. Τότε που ο άλλος γίνεται ξεχωριστή φιγούρα μέσα στην πονεμένη ανθρωποθάλασσα. Πόσο συχνά κινούμαι ανάμεσα σε τέτοιες φιγούρες και τα μάτια μου αδυνατούν να εστιάσουν. Δεν είναι από βιασύνη ή αδιαφορία. Πρόκειται για έναν αυτόματο μηχανισμό, μιαν απόσταση όχι τόσο ασφάλειας, όσο σεβασμού.

Είναι σκληρό να έρχεσαι κοντά, κι εννοώ ψυχολογικά κοντά, σε ασθενείς που φεύγουν απ' τη μια μέρα στην άλλη. Όμως συχνά είναι κάτι που δε γίνεται ν' αποφύγεις. Ανάμεσα στις αρκετές χιλιάδες που περνούν από τα μέρη μας κάθε χρόνο, κάποιοι σαν τη Σάντρα ξεχωρίζουν. Κι ούτε καν μπορείς - ή επιθυμείς - να ερμηνεύσεις γιατί ξεχωρίζουν.

Όταν άκουσα τη γλυκιά φωνή απ' την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, ήταν long time no hear. Που είναι βέβαια πολύ καλό, έτσι; - "και βέβαια," μου αποκρίθηκε, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία πως εννοούσαμε το ίδιο. Καταγράφει νοερά - και περιμένει - το καλοπροαίρετο χιούμορ, ένα λεπτό, ανώδυνο αστείο για να νιώσει φυσιολογική μέσα σ' έναν κόσμο αφύσικο. "Ο σύζυγος μου αγόρασε ποδήλατο για τα γενέθλιά μου τις προάλλες", είπε κι έσταζαν οι φθόγγοι χαμόγελο. Τόσο για το ποδήλατο, όσο και για τα γενέθλια. "Φυσικά έπεσα η ανόητη και πονάω τώρα λίγο αλλά εντάξει." Πολύ εντάξει. Επικίνδυνο; Ίσως. Απαραίτητο; Οπωσδήποτε.

Εύχομαι, Σάντι, από καρδιάς, στα επόμενα γενέθλια να σου πάρει μηχανή :) So please stay.


(Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα, ονόματα και συνθήκες είναι εσκεμμένη.)

Κυριακή, 21 Μαρτίου 2010

ο Εφιάλτης της διπλανής πόρτας

 
Michael Schrenker Group: Νever Ending Nightmare

Ο Εφιάλτης του είχε όνομα, διεύθυνση, πρωινή και απογευματινή εργασία. Δεν περίμενε να πέσει το φως για να κάνει νυχτερινή εμφάνιση. Δεν είχε ανάγκη να σφετεριστεί το χρόνο του Ονείρου για να του χτυπήσει την πόρτα. Ο Εφιάλτης του είχε πρόσωπο και αρκετά προσωπεία. Είχε προγόνους και μερικούς διάσπαρτους συγγενείς που κάθε τόσο τον επισκέπτονταν κι εκείνοι με τη σειρά τους, βαστώντας αιχμηρά αντικείμενα κι ανοιχτά εισιτήρια.

Ο δικός του Εφιάλτης ήταν το αρχέτυπο της Προδοσίας. Αλλά και του Κακόβουλου Αστεϊσμού. Του Εμπαιγμού. Ένας "γίγαντας" μετρίου αναστήματος, που αντί να πάει να τα βάλει με τους θεούς είχε στο μάτι μόνο εκείνον. Μάτι σκοτεινό, χωρίς καθόλου ασπράδι, σαν του ζηλόφθονου αδελφού, γεμάτο έπαρση του είδους που τσακίζει κόκκαλα. Και μ' ένα μόνιμο γελάκι να κρέμεται στην εσοχή.

Τα χρόνια είχαν περάσει, δεν ήταν πια παιδί, ό,τι είχαν να πουν το 'χαν πει, και τώρα περνούσαν μαζί τις ώρες που επέλεγε ο Εφιάλτης σχεδόν σιωπηλοί. Πίνοντας αργά ένα ποτό που εκείνος σέρβιρε στους δυό τους, επιτρέποντας στον άλλο να περιεργάζεται το Είναι του από μέσα προς τα έξω. Αφήνοντάς τον να του πιέζει δυνατά το στήθος με την παλάμη, αποφεύγοντας όμως το βλέμμα του. Για πόσο ακόμα; Τα χρόνια είχαν περάσει μα ο Εφιάλτης παρέμενε, στην εμφάνιση τουλάχιστον, ανέγγιχτος.

Εκείνο το βράδυ συναντήθηκαν με πρωτοβουλία, όπως πάντα, του άλλου. Ύστερα από αρκετή ώρα σιωπής, ο Εφιάλτης άρχισε να του μιλά. "Λυπάμαι που φεύγεις χωρίς να μ' έχεις μάθει. Που είμαι ένα με σένα μα συ δεν ξέρεις τίποτε για μένα. Η σχέση μας υπήρξε ένας βαρετός μονόδρομος τυραννίας." Δεν τον επεξεργάστηκε ούτε λεπτό, δεν του πίεσε με την παλάμη το στήθος, δεν τον τρομοκράτησε με τη μελανή του ματιά.

"Απ' αύριο", του είπε ήσυχα, "συνεχίζεις χωρίς εμένα." Και χύθηκε η απορία στο πάτωμα, σαν το κρασί από την πρόποση των ποτηριών τους.

Το πρωί κατέφθασε λίγες ώρες αργότερα μέσα σ' εκτυφλωτικό φως.

rayOfHope.jpg
Nightmares lying here in the dark
Scared like my dreams made their mark
I wonder
Dreamer always alone
Lost in a part of myself I can't find anymore

I wonder if it's gonna end tonight

(Πρώτη ανάρτηση: Η Σκιά μου κι Εγώ, στις 8 Οκτωβρίου 2007 - τώρα επιστρέφει εδώ, επειδή για μένα το κείμενο παραμένει ζωτικό και γιατί από παιδί τα 'χα βρει κι εγώ με τον Εφιάλτη.)

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

αόρατα χέρια σε ταξικές κονταρομαχίες

Τον Τ τον έχουν κατατάξει - εύκολα, ανώδυνα (για εκείνους που φρόντισαν να τον κατατάξουν τουλάχιστον) και σχεδόν αποτελεσματικά - στην κατηγορία του συνδρόμου Asperger. Πρόκειται για ένα νέο και συμπαθητικό άνθρωπο, με γνώσεις που δίχως υπερβολή θα 'λεγα πως υπερέχουν όλων των τέως δασκάλων του μαζεμένων. Με εξαιρετικά διεισδυτική αντίληψη αλλά κι εκπληκτική αφομοίωση, γράφει μ' ένα τρόπο που διαπερνά - παρά ξεπερνά - οποιαδήποτε νοησιαρχία. Ωστόσο η ετικέτα βρήκε τον τρόπο να κολλήσει πάνω στο μανίκι του - κι έχω την εντύπωση πως ο ίδιος δε νοιάζεται καθόλου να βγάλει και να παρατήσει το ρούχο, μάλλον τον διασκεδάζει το μανίκι με τη στάμπα. Άλλωστε του παρέχει σημαντικό υλικό στην έρευνά του που αφορά έναν αιώνιο, ακατέργαστο, και τώρα πια υπόγειο, ταξικό αγώνα.

Μου στέλνει - με μια αυτοπεποίθηση που προέρχεται καθαρά και μόνο από την ευφυία του - ένα δεκαεξασέλιδο άρθρο που 'χε καταφέρει να εκδόσει σε κάποιο περιοδικό εφαρμοσμένης φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας. "Έκδοση για τα πανηγύρια, αλλά δε βαριέσαι...", τονίζει. Αρχίζω να το διαβάζω και μέχρι να φτάσω στη δεύτερη σελίδα έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό.

Asperger's είπες; Τον ρωτάω. Ναι, βέβαια. Και μάλιστα με διάγνωση από κορυφαίο καθηγητή κλινικής ψυχολογίας του Καίμπριτζ. Κι εσύ πώς νιώθεις; Πιστεύεις πως αυτή είναι η απάντηση; Σε καλύπτει; Όχι. Δεν έχω Asperger's, μου απαντάει με αγανάκτηση. Αγανάκτηση που 'χει ξεχαστεί στο ράφι για κάμποσα χρόνια κι έχει στεγνώσει απ' την πολυκαιρία. Συμμερίζομαι το όχι του, κατανοώ την αγανάκτησή του. Η ευκολία με την οποία γίνονται διαγνώσεις που καθορίζουν την ταυτότητα και τον ψυχοκοινωνικό νανισμό ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων είναι, κατά τη γνώμη μου, μικρόνους κι εγκληματική. Με την βαριεστημένη άνεση ενός επιστημονικού τίτλου μοιράζονται απλόχερα διαγνωστικές ετικέτες. Η θητεία μου σε κλινική που ειδικεύεται ακριβώς στον τομέα αυτό μ' έμαθε κάτι για την επιστημονική και ηθική αγωνία που κρύβεται - ή μάλλον που θα 'πρεπε να κρύβεται - πίσω από κάθε τέτοια ετικέτα. 

Και φυσικά ένα ακόμη μάθημα εδώ είναι η τεράστια, μεταφυσική θα 'λεγα, αλήθεια ενός ατέρμονου ταξικού αγώνα - σ' ετούτη τη χώρα τουλάχιστον. Η κυβέρνηση της Θάτσερ, από τα τέλη της δεκαετίας του 70 και μέσα σε λίγα μόνο χρόνια, κατάφερε να ξεριζώσει το "ανήκειν" της εργατικής τάξης, μαζί με το αίσθημα περηφάνιας και βαθύτατων, παμπάλαιων δεσμών ανάμεσα στους ανθρώπους της. Κι αυτό βέβαια στ' όνομα μιας αμερικανίζουσας, ντεμέκ αξιοκρατικής ομοιογένειας. Όπου οι ταξικές διαφορές δε θ' αποτελούσαν πλέον τροχοπέδη για τίποτε, όπου μια καλή παιδεία κι ένα εύπεπτο βιογραφικό θα σε πήγαιναν παντού.

Και το αποτέλεσμα; Οι ταξικές διαφορές υπάρχουν ακριβώς όπως υπήρχαν πάντα. Η αξιοκρατία παραμένει έννοια σχετική, το οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο εξακολουθεί να κρατάει γερά στο ρόλο διαβατηρίου. Με τη διαφορά όμως πως η εργατική τάξη έχει πλέον αποσυντεθεί σε μια μάζα φτώχιας κι ανέχειας. Κλεισμένη σ' ένα εκπαιδευτικό κενό, χωρίς εφόδια, χωρίς μέλλον, μ' ένα κουρελιασμένο παρελθόν, εφοδιασμένη με μια γλώσσα περιθωριακή, μπόλικα μωρά, φθηνό αλκοόλ, ακόμη φθηνότερες ουσίες και πάμφθηνη κακή διατροφή. Πώς εξέρχεται κανείς από μια τέτοια φυλακή;

Κι είναι ακριβώς η βαθιά κατανόηση κι αγάπη του Τ για την τάξη αυτή, τη δική του τάξη, που αναπηδούν πεντακάθαρες απ' τα γραπτά του και χτυπάνε στους πέντε τοίχους. Κανείς δε νοιάζεται γι' αυτά, ποιος έχει χρόνο τώρα πια για τέτοια, από ένα μπασταρδεμένο εκπρόσωπο της τέως εργατικής τάξης, μιας τέως ανθρακωρυχικής περιοχής. Ούτ' εκείνοι που τον γέννησαν, μήτε οι άλλοι που τον δίδαξαν.
Η Αποξένωση στην απόλυτη ακεραιότητά της.

Κι άλλωστε ο Τ "πάσχει" από Asperger's, έτσι δεν είναι;

Joseph Arthur - Invisible Hands .mp3
Found at bee mp3 search engine

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2010

Λάζαρος


Επιθυμώ ετούτο το κείμενο να 'ναι ένα ατόφιο κομμάτι από μένα. Από εκείνα που άφηνα αρκετά τακτικά στην παλιά μου σκιά, και που με σημάδευαν με τον τρόπο τους, κάνοντάς με να αισθάνομαι σαν έντομο ανάξιο προσοχής (στην καλύτερη περίπτωση) ή αξιοπερίεργο και κάτω από μεγεθυντικό φακό (στη χειρότερη). Διαβάζω παλιές εγγραφές και πραγματικά βουλιάζει η καρδιά μου - τόσα κομματάκια από μένα μα όλα πολύχρωμες χαλκομανίες, ασύνδετες σκέψεις για τους πολλούς. Τόσες μουσικές μα ελάχιστα (έως πολύ ελάχιστα) αφτιά τις πρόσεξαν. Κι όπως οι σκέψεις και οι λέξεις μας, συχνά παρερμηνεύονταν ή σκόρπιζαν στους πέντε ανέμους. Ακριβώς όπως εκεί έξω - έτσι, Λάζαρε;

Επιθυμώ ετούτο το κείμενο να 'ναι ατόφιο κι αθόρυβο. Σαν εκείνο το απροσδιόριστο που αναζητώ πιότερο από καθετί. Αδιόρατο όπως όλα τα λιγοστά που 'χει ανάγκη η καρδιά μα που ποτέ δεν κατάφερα να συναντήσω στις καθημερινές διαδρομές. Ποτέ δεν κατέφυγα στις ταμπέλες για να περιγράψω τον εαυτό μου ή τους άλλους. Μα ο υπόλοιπος κόσμος τις χρησιμοποιεί αλόγιστα. Είσαι η μάνα, η κόρη, η εργαζόμενη, η ξενητεμένη, η απόμακρη, η περιορισμένη. Είσαι εκείνη που 'χει μάθει να δίνει, να φροντίζει, ν' αναβάλλει, να περιμένει. Κανείς δεν είδε ποτέ ένα σύνολο - ατελές έστω - που να πλησιάζει κάπως την αλήθεια σου. Μόνο αυτοτελή αποσπάσματα. Κοιτάς το πρόσωπό σου σε καθρέφτη ψηφιδωτό και πασχίζεις να μαντέψεις τι 'ναι αυτό που βλέπει ο άλλος. Τις περισσότερες φορές απολύτως τίποτα. Ο χρόνος κυλάει σαν τη ρόδα κι εσύ βρίσκεις όλο και πιο πολλά κοινά με τον Λάζαρο.

Ρίχνοντας ένα δισταχτικό βλέμμα προς τα πίσω, συνειδητοποιώ ότι ποτέ δεν επέλεξα, μόνη, αβοήθητη κι από καρδιάς, κάποιον να του χάριζα - ή να χαράμιζα, τι σημασία έχει - εμένα. Λες να 'ταν η ραγισμένη μου αυτοπεποίθηση; Η τυραννία του φόβου της απόρριψης; Αδιάφορος ο λόγος. Η επιλογή βρισκόταν πάντα στα χέρια των άλλων, κι εγώ κάποιες φορές ακολούθησα. Μ' εκείνα τα μουδιασμένα γόνατα, τις πεταλούδες στο στομάχι, την αβεβαιότητα που έκλεινε τα δάχτυλά της γύρω απ' το λαιμό μου. Στήνεις καρτέρι στον ίδιο σου τον εαυτό, γράφεις μόνος το σενάριο της αποτυχίας σου - με ποιο δικαίωμα λοιπόν εκπλήσσεσαι; Να συνηθίσεις επιτέλους στους μικρούς και μεγαλύτερους θανάτους. Του μοιάζεις, βλέπεις, αρκετά του Λάζαρου.

Επιθυμώ ετούτο το κείμενο να με πονέσει όσο μου αξίζει. Η τηλεόραση βογγάει τα τελευταία βράδυα με τα κακά μαντάτα της μαμάς-Ελλάς... πώς και μου διέφυγε να συμπεριλάβω στις παραπάνω ταμπελίτσες πως είμαι κι Ελληνίδα. Μικροί βομβαρδισμοί τα πρωινά - άκουσες τι γίνεται εκεί κάτω; Για δες τι χάλια, σου λείπει; Πώς νιώθεις; Αλήθεια, πώς νιώθω; Σαν ένας ξεχασμένος Λάζαρος.

Απέναντί μου, σ' απόσταση αναπνοής, η μεσόκοπη γυναίκα αφήνει τα μάτια της να γεμίσουν σαν μικρές κανάτες με νερό που ξεχειλίζουν. Ενστικτωδώς γονατίζω πλάι της και της χαϊδεύω την πλάτη. Δεν επιτρέπεται, αύριο το πρωί ίσως να βρω κάποιο γραφειοκρατικό μπελά, αλλά ποιος νοιάζεται. Το 'χει ανάγκη όσο κι εγώ. Έτσι νιώθω. Τα υπόλοιπα αγκάθια στο πλευρό μου μπορούν να περιμένουν λίγο. Βλέπω μια ζωή να διαγράφεται μπροστά στα μάτια μου, για μένα, και ξέρω καλά πως τίποτα δεν έχω επιλέξει. Απλά έτσι είναι.

Επιθυμώ ετούτο το κείμενο να γίνει απορροφητικό χαρτί κουζίνας για να σκουπίσει τα αίματα και τα δάκρυα που λερώνουν τους διαδρόμους κάθε βράδυ. Ώστε ν' αρχίσει καθαρά η επόμενη μέρα. Απόψε, και για το απρόβλεπτο μέλλον, γίνομαι ένα με τον Λάζαρο.



Richard Barbieri (στο πιάνο), σε θυμάμαι καλά από τα χρόνια των Japan.. τι χρόνια κι εκείνα! Υπέροχες οι συνεργασίες με τους αγαπημένους Porcupine Tree, και πολύ τις χαίρομαι γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζεις, η μουσική είναι γεμάτη Λάζαρους..

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010


Εδώ αποζητούσα να ξαναβρεθώ
Να σε μυρίσω, να σε περπατήσω
ένας άγνωστος γνωστός
- όλοι άγνωστοι δεν είναι σ' εσένα;
δικός σου ξένος
- όλοι ξένοι δεν είναι για σένα;

Πάρε με λίγο στην αγκαλιά σου
ήμουν μωρό και δε με χάιδεψες
μ' έκαναν να κλάψω μα δε μ' άκουσες
μου 'μαθαν λέξεις που δεν άρθρωσες εσύ
και σε μια μόνο στιγμή
Ξαναβρήκα εντός σου ό,τι έχω αγαπήσει
κι ό,τι με διώχνει.

Τρέμουν τα γόνατα στο παιδικό ποδήλατο
εκείνο που με πάει και με φέρνει
σ' αιώνια περιπλάνηση μακριά σου
και συλλογίζομαι αν έχω φύγει ποτέ από σένα.
(thalassaki - γραμμένο 11.11.2006, πρώτη ανάρτηση στο Βόσπορο)

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

των πλησιεστέρων συγγενών



Η σελίδα απρόσωπη, έχασκε μπροστά μου επιτακτικά και χλευαστικά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντιόμασταν. Τρεις σημαντικές φορές μέσα στα τελευταία τρία χρόνια απλώθηκε μπροστά μου, τα γραμματάκια ψιλά, σε διαφορετικές γλώσσες. Τι να σου κάνει η γλώσσα; Το νόημα είναι που μετράει, και το νόημα ρωτάει: αν κάτι σου συμβεί, ποιον να ειδοποιήσουμε;

Ολισθηρό ερώτημα. Ποιον αλήθεια να ειδοποιήσουμε; Ανατρέχει ο νους σε πιθανούς φίλους - όλοι κάπου αλλού, κάπως αλλιώς, με δικές τους υποθέσεις, ολοδικές τους ιστορίες. Αν κάτι συνέβαινε σ' εμένα, ποιον θα ξεβόλευε λιγότερο ένα τέτοιο τηλεφώνημα από το υπερπέραν; Η απάντηση είναι Κανέναν.

Κι επειδή δεν έχω μάθει να ξεβολεύω, αφήνω τις γραμμούλες κενές. Θα το σκεφτώ και θα το προσθέσω αργότερα αυτό, τους αποκρίνομαι. Αργότερα. Μα ξέρω καλά πως δε θα 'χω απάντηση "αργότερα". Υπάρχουν φορές που το βαρύ σου μέτωπο σου ακουμπά το παγωμένο μέτωπο της Αλήθειας. Περνούν τα χρόνια κι ορφανεύεις με τρόπο πολύ βαθύτερο από την πιο χειροπιαστή ορφάνια. 

Οι άνθρωποι και στις δύο φωτογραφίες σίγουρα έχουν πλησιέστερους συγγενείς - ίσως μάλιστα να βρίσκονται κάπου ανάμεσά τους, κολλημένοι πλάτη με στήθος, ώμο με ώμο. Το σπουδαιότερο είναι πως όλοι τους είναι "συγγενείς". Θανάσιμο πλήγμα το ότι εκείνοι που τους έχουν φέρει σ' αυτή τη βάρβαρη θέση θα μπορούσαν να 'ναι δικοί μου συγγενείς. Ευτυχώς όχι. Ωστόσο είναι συμπατριώτες μου. Μιλάμε την "ίδια" γλώσσα (αληθεύει άραγε;), έχουμε ανθρωπολογικούς κι εθνολογικούς δεσμούς. Το να πω πως ντρέπομαι είναι μηδαμινό. Σχεδόν περιττό. Κάτι άπιαστο με δένει μ' ετούτα τα θύματα - τίποτα με τους θύτες.

Προσθέτω λοιπόν άλλη μιαν όψη στην Ορφάνια και συμπορεύομαι.




Brian Eno & David Byrne - Regiment .mp3



Found at bee mp3 search engine

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

play me: το σκαλοπάτι


Μέσα στα 20-τόσα χρόνια που γνωριζόμαστε, πολλή μουσική -  όπως λέμε πολύ νερό - έχει κυλήσει. Ήμασταν από εκείνους τους ανθρώπους που γνωρίζονται και ξεκινούν μαζί μάλλον ξεκάρφωτα. Κι έπειτα μένουν καρφωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο για κάποια χρόνια, μέχρις ότου αυτό που τους κρατά σε ακινησία να ωριμάσει αρκετά ώστε ν' αποκολληθεί και να τους ξεκρεμάσει. Ήμασταν από τα ζευγάρια εκείνα που είχαμε τους ίδιους - αρκετά σπάνιους - δίσκους εις διπλούν. Αγορασμένους πολύ προτού γνωριστούμε. Τότε, για το νεότερο εαυτό μου - και το ελαφρύτερο κεφάλι μου - κάτι τέτοιο σήμαινε πάρα πολλά: μουσική επαφή αποκωδικοποιημένη σ' έναν καρμικό δεσμό. Οπωσδήποτε θ' ακολουθούσαν κι άλλες επικοινωνιακές εκδοχές. Έτσι δεν είναι;

Αυτά μας κάνουν η νεότητα κι η αθωότητα. Όμως η μουσική έπαιξε τεράστιο ρόλο στη δική μας σχέση τουλάχιστον, ακόμη κι όταν τα μουσικά μας γούστα έφτασαν ν' αποκλίνουν σημαντικά. Το σπουδαιότερο είναι ότι εξακολούθησε να παίζει το ρόλο της όταν η εκτροπή συμπεριέλαβε κι εμάς τους ίδιους. Ούτε που θυμάμαι πόσοι δίσκοι συμπιέστηκαν και μεταβιβάστηκαν μέσω κάποιου server, πόσες συλλογές κάηκαν σε σιντι, πόσα μοναδικά τραγούδια ταξίδεψαν πάνω σ' ένα usb stick, πόσα μεμονωμένα κομμάτια πάτησαν σε μήνυμα κενό και πέρασαν στην άλλη άκρη του κόσμου. Θυμάμαι ωστόσο τα τραγούδια που "έκρυψα". Το μουσικό πάρε-δώσε έμοιαζε πιότερο με "δώσε" και λιγότερο με "πάρε", μα κάποιες φορές εισέπραξα κι εγώ λίγη περιθωριακή ambiance και techno-grunge. Έτσι για να μην έχω παράπονο.

Κι υπάρχει κάτι κρίσιμο στην απόλυτη σιγουριά πως το κομμάτι που ζητήθηκε θα βρεθεί. Kατοπτρίζοντας τη σιγουριά που απορρέει από το αξιόπιστο, από 'κείνο που θα παλέψει για τ' ακατόρθωτα. Είναι το "δεδομένο". Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν πάνω σ' αυτό, αλλά όσοι συμμερίζονται ετούτη εδώ την αλήθεια δε χρειάζονται βοηθήματα.

Το Stepping Stone της Duffy είναι όντως πολύ καλό κομμάτι, είχα καιρό να το ακούσω, κι ήταν η πιο φρέσκια "παραγγελιά". Χαμογέλασα κρυφά για την ειρωνεία κι ακόμη πιότερο για το ότι μια τόσο κομψή ειρωνεία θα διέφευγε ανεκμετάλλευτη. Μετά ξέρεις τι έγινε; Έπαιξα κάμποσες φορές το τραγούδι και σκέφτηκα: μεγάλη γουλιά πιες, μεγάλη κουβέντα μη λες, αγαπητή μου Duffy. Τake it from a livin', breathin' σιωπηλό σκαλοπάτι στο νερό που φαγώνονται οι πλάτες του περνώντας τουρίστες απέναντι. Enjoy the song.

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

φως στο νερό



Αν είχα μια ευχή να δώσω στη σκιά που ξεκινά σήμερα εδώ, θα 'ταν να κρατηθεί πίσω απ' το ευλογημένο φως της σημερινής ημέρας. Πάντα δύσκολα είναι τα φρέσκα ξεκινήματα, όχι μόνο επειδή είναι ξεκινήματα αλλά γιατί κουβαλούν αρκετή ανάγκη πίσω τους. Ανάγκη που εντέλει μαθαίνει να βολεύεται στα εκάστοτε δεδομένα, να ευθυγραμμίζεται με την ανάγκη του διπλανού, να διαμορφώνεται μέσα από την κάθε διαδρομή. Στο ξεκίνημα όμως δεν είναι παρά μια αμιγής, ακατέργαστη ανάγκη. Προσωπική κι αυθεντική σαν το δαχτυλικό αποτύπωμα.

Έμαθα από πολύ νωρίς να ρίχνω τις ανάγκες μου στο νερό. Φαινόταν πιο εύκολο έτσι, γιατί ένιωθα πως μπορούσα να "κάνω και χωρίς" ετούτο ή το άλλο. Θες επειδή θεωρούσα τον εαυτό μου ευέλικτο, αυτάρκη. Θες επειδή η αυτοεκτίμηση ταλαντευόταν πάντα πάνω σε μια εύθραυστη ισορροπία. Οι γύρω μου ήταν φυσικά μια άλλη ιστορία. Οι ανάγκες τους έμοιαζαν άμεσες κι επιταχτικές, μπορούσαν να μπαίνουν μπροστά. Η έμφυτη ικανότητα να μπορείς να σκύβεις πάνω απ' τα προβλήματα του άλλου πέρασε στο στάδιο του να μπορείς να εισχωρείς μέσα τους. Ώσπου κάποια στιγμή έφτασε να μου διαφεύγει το ότι βρισκόμουν κι εγώ εκεί.

Ο μόνος τρόπος που είχε η δική μου σκιά να μπαίνει κάποτε μπροστά ήταν μέσα από το παλιό ιστολόγιο που 'χα ξεκινήσει τον Ιούλιο του 2006. Αν ολάκερη η ζωή μου στιγματίστηκε από αλλαγές, μεταβολές κι αγώνες, αυτά τα τρισήμιση χρόνια κατάφεραν να συμπυκνώσουν μια τεράστια ποσότητα αυτών. Θα 'λεγε κανείς ότι η σκιά ήταν κάτι σαν έξοδος κινδύνου. Συχνά όμως ήταν για μένα το αντίθετο. Μια είσοδος στον κίνδυνο της έκθεσης του ενδότερου εαυτού. Ένας χώρος όπου ο καθένας μπορούσε να διαβάσει πράγματα που αφορούσαν τις πιο προσωπικές μου ιστορίες. Δίκοπο μαχαίρι η αυθεντικότητα.

Όταν οι ανάγκες του ευρύτερου χώρου έδειξαν - χωρίς περιττά λόγια - πως το ιδιωτικό δεν έχει πάντα θέση σε κάτι τόσο δημόσιο, ένιωσα πως είχε έρθει η στιγμή. Κι όπως με την προηγούμενη κλινική μου που αποχαιρέτησα με αρκετό βάρος στην καρδιά στις 31 του Δεκέμβρη, έτσι και με την άλλη σκιά ένιωσα πως αναχωρούσα από το ίδιο μου το σπίτι. Από δικούς μου ανθρώπους. Προς ποια κατεύθυνση;

Κάποιες φορές όμως φαίνεται πως άλλος μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Θέλω να αισθάνομαι ότι μπορώ να γράφω με τον πιο προσωπικό τρόπο που διαθέτω, χωρίς αμηχανία. Κι ίσως ενδόμυχα να επιθυμούσα να ξεκαθαρίσω τι και ποιος βρίσκεται εντέλει κοντά. Με τα χρόνια η έννοια του "πλησίον" τείνει να φθείρεται και να παρερμηνεύεται - αντίθετα προς τη συνήθεια, λοιπόν, ένιωσα πως ήθελα να δοκιμάσω την αλήθεια, δίνοντάς της την ευκαιρία να παραμείνει ο εαυτός της. 

Μ' ετούτο το σκεπτικό ετούτος ο χώρος συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε ο προηγούμενος. Και χαίρομαι γιατί ξεκινά σήμερα 6 του Γενάρη, μέσα στο φως, με τη νέα χρονιά και τη νέα δεκαετία. Σχέδια δεν υπάρχουν - όπως έγραφα στο παρελθόν, μόνο σχεδία διαθέτω, και πράγματι βρίσκεται σε διαρκή χρήση. Πάμε λοιπόν.


Jim Ronson - Holy Water .mp3



Found at bee mp3 search engine