Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

ένας master of confession κι εγώ

Λεπτομέρεια του γλυπτού "Shrine of Our Lady of Sorrows/The Grotto", Άγιος Φραγκίσκος, Portland, Oregon - δανειστήκαμε τη φωτο κι ευχαριστούμε.

Μέσα στους ηλεκτροφώτιστους διαδρόμους, γυαλιστερούς και γλιστερούς απ' την αντισηπτική παρκετίνη, με τη συνθετική ατμόσφαιρα που κάποιες φορές θυμίζει καπναποθήκη, παιχνιδίζουν κι αστράφτουν τα μάτια του μικρόσωμου ιερέα σαν καθρεφτάκι στον ήλιο. Λες κι άνοιξες παράθυρο και μπήκε η μαλτέζικη αύρα του, αεράκι αυθεντικής αγιοσύνης. Δίχως το παραμικρό στοιχείο πάνω του που να δηλώνει ιδιότητα, το αισθάνεσαι πως είναι ξεχωριστός. Ένας μικρός άγιος με το χιούμορ του, την αρρώστια του, την προσευχή του. Για μια στιγμή νιώθω άβολα έτσι που μ' αγκαλιάζει εκεί μπροστά στο πλήθος. Για μια στιγμή μονάχα, γιατί η μαλτέζικη αύρα με διαπερνά, όπως και τις άλλες φορές που 'χει έρθει εδώ, κι είναι αιχμηρή όσο και παυσίπονη. Τα μάτια του σταματούν για λίγο το παιχνίδι κι εστιάζουν στο πιο μικροσκοπικό σταυρουδάκι του κόσμου που 'χει αράξει γύρω απ' το λαιμό μου. Δικιά μας είσαι μήπως; μου ψιθυρίζει, χωρίς να τον απασχολεί ιδιαίτερα η απάντηση και μάλλον μαντεύει ότι δεν είμαι - και ποιανού είμαι τελικά; Οι πιο πρόσφατες εξετάσεις δείχνουν πως τα πάει πολύ καλά. Η προσευχή, είδες τι κάνει η προσευχή; Μπορεί να νικήσει ακόμα κι ετούτο δηλαδή, πάτερ; Και βέβαια μπορεί, μου αποκρίνεται χαμογελώντας. Θέλω ν' αστειευτώ, να του πω ότι θ' αρχίσουμε να γράφουμε προσευχές αντί για συνταγές, να μείνω λιγάκι ακόμη μέσα σ' αυτή την πεντακάθαρη φούσκα που μας περιβάλλει και που εξαιρεί όλα τ' άσχημα κι όλα τ' άδικα - όμως ο χρόνος τρέχει προς το μέρος μας και μου κάνει νοήματα. Κλείσε παιδί μου το παράθυρο.

Του προτείνω να του φέρω τα υπόλοιπα φάρμακα που του χρωστάμε. Μένει πολύ κοντά στης μάνας μου και του γλιτώνω έτσι ένα δρομολόγιο. Μέχρι να φτάσω έχει τελειώσει ο εσπερινός κι έχει μείνει ολομόναχος. Το σαλονάκι του είναι ολοφάνερο πως έχει καλοδεχτεί πολλές ψυχές, τις έχει ακούσει κι έχει συνομιλήσει μαζί τους αμέτρητες ώρες. Μεγάλη η τέχνη του ακούειν - μ' εκείνο τον έμφυτο σεβασμό σ' όλες τις λέξεις που βγαίνουν στον αέρα, μα κυρίως απέναντι στις άλλες που κοντοστέκονται και δεν τολμούν. Έχω καιρό ν' ακούσω κάποιον να εξορύσσει τις λέξεις από μέσα του σαν μεταλλωρύχος. Κι ενώ έχω ως τώρα συναντήσει αρκετούς ερασιτέχνες εξομολογητές, πρώτη φορά βρίσκομαι απέναντι σ' έναν επαγγελματία. Από εκείνους που είναι εκπαιδευμένοι ν' ακούνε και να σηκώνουν για λίγο τα βάρη των άλλων. Η διαφορά βρίσκεται πάντα στο πόσο περιορισμένος είναι ο μηχανισμός και πόσο στερεότυπες οι αντιδράσεις, κι αν είναι απλόχεροι οι ίδιοι με τις τονωτικές ενέσεις αλήθειας και φιλότιμου. Όσο εύκολο είναι να παρατηρήσεις σχεδόν επιστημονικά τους πόνους, τα βάρη και τις ενοχές του άλλου, τόσο δύσκολο είναι να μπεις - για λίγο έστω - στο πετσί του και να δεις τον κόσμο με το δικό του βλέμμα. Η μηχανευμένη ενοχή, η άφεση αμαρτιών, η εύπεπτη εξιλέωση που όλες οι θρησκείες έχουν με τον τρόπο τους ενσωματώσει, αφήνουν απέξω το δράμα στις πιο ανθρώπινές του διαστάσεις.

Και κάπου εκεί ο ιερέας της Δυτικής Όχθης συνειδητοποιεί με την ευφυΐα της ψυχής, παρά της πίστης του, ότι έχω μεν ανάγκη από την πεντακάθαρη φούσκα που μας περιβάλλει και τους δύο όποτε βρίσκομαι γύρω του, όμως καθόλου δε χρειάζομαι τη διαδικασία της εξομολόγησης στην οποία ο ίδιος έχει εντρυφήσει μια ζωή. Ίσως επειδή άνθρωποι σαν εμένα εξομολογούνται όλη την ώρα στον εαυτό τους, ζητάνε  μ' ευκολία τις συγγνώμες τους, σφυγμομετρούν τις προθέσεις τους και τακτοποιούν τα λάθη τους προτού κάνουν καινούργια.

Κι ενώ τίποτε από όλα αυτά δε μειώνει στο ελάχιστο την αυθεντικότητα και την αγιοσύνη του συγκεκριμένου ανθρώπου, καταφεύγω ξανά στα γνώριμα πόδια μιας άλλης σκοπιάς που καθόλου δεν πιστεύω ότι στερείται τη θεϊκότητα της ανθρωπιάς - και που μου δίδαξε εμπειρικά ο πατέρας μου: όταν μπορείς ν' ακούσεις και να μοιραστείς τους καημούς του άλλου σε βαθμό ώστε να βηματίζεις κι εσύ μαζί του πάνω κάτω τις νύχτες. Αυτή είναι η Εξομολόγηση.  


With deepest respect to Steve Rothery and Marillion.