Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

με την άκρη του μπαστουνιού

Διακινδυνεύεις μια καρδιά ανοιχτή σαν παράθυρο. Θα σου 'λεγα από νωρίς να 'χεις το νου σου τι μπαίνει μέσα, αλλά όπως το παράθυρο έτσι κι αυτή δεν ορίζει τα παραθυρόφυλλα. Στρίβεις για λίγο την πλάτη κι ο,τιδήποτε κάτω απ' τον ήλιο μπορεί να στέκεται εκεί - να 'χει ήδη, ενώ τα λέμε αυτά, σκάψει ένα πέρασμα ίσαμε το κέντρο βάρους σου - απαιτώντας προσοχή, αρκετές σταγόνες αίματος, πολλή επιείκεια, αντίδραση ίσως. Αυτό συμβαίνει με την καρδιά που εννοεί να χάσκει - και δεν το διάλεξες εσύ αυτό, δεν είχες πάρει κάποτε απόφαση να γίνει έτσι. Ποιος το φανταζόταν, τότε που μοιραζόμασταν Γκίνες και θολές αγωνίες μες στους καπνούς, πως το παράθυρο θα 'μενε ξεχασμένο ανοιχτό. Με τέτοιο ύφος μιλάς, αν και κάπως αλλιώς αναφέρεσαι σ' ό,τι φοβάσαι να παραδεχτείς πως είναι αλήθεια, μα έχω μάθει να διαβάζω την απορία - μαζί με δέος ίσως - που καραδοκούν πίσω απ' την κεκτημένη ειρωνεία.

Αέρηδες μπαινοβγήκαν στο δωμάτιο κι άλλαξαν πολλές φορές την ατμόσφαιρα, ρυθμίζοντας εισπνοές κι εκπνοές, φέρνοντας μέσα κάτι άγνωστο, αναστατώνοντας το παλιό. Σκόνη παντού - κι όμως δεν είναι πάντοτε κακή η σκόνη - όπως και καθετί που 'χει κουράγιο να ξεσκεπάσει ή να κρύψει - σου δίνεται κι η σκόνη αγόγγυστα να τη σβήσεις είτε να γράψεις πάνω της με το δάχτυλο. Ό,τι επιθυμείς. Αν ακόμα επιθυμείς. Ένα κομμάτι μου ενδεές διαμαρτύρεται που εξακολουθεί να χρειάζεται. Κάποιο άλλο μελαγχολεί που δεν αγαπήθηκε. Ένα πιο κει τα βγάζει πέρα μόνο του και δε μιλιέται. Χωρίζουν τακτικά, συνυπάρχουν παροδικά, μα πιο συχνά μια καρδιά με την άκρη του μπαστουνιού, πάνω στις μύτες των παπουτσιών, εκτινάσσεται.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

αντί κλίμακας


Ο κόσμος όλος μια αρτηρία που πάλλεται, ένα φαράγγι που χάσκει, τεντώνεται και μαζεύει - φωνητική χορδή της πιο μοναχικής κραυγής. Ένας κόσμος έτοιμος να καταπιεί αν τον αφήσεις. 'Αμα σ' αφήσεις. Κάπου βαθιά αιμορραγία αργή, ενοχλητικά σταθερή όπως τα πόδια που σε σηκώνουν τα πρωινά, κι είναι ο κόσμος μια φλέβα στο λαιμό που χτυπά την πόρτα της βαθύτερης σκέψης μου. Τούτη η στεγανή πραγματικότητα με παραλύει. Τι κάνω πάλι εδώ, πώς βρέθηκα εδώ, δε σ' έχω αναμαλλιασμένη μου σκιά να μ' εμπαίζεις τώρα, δε με μαλώνει πια κανείς, ένας ύπνος μπερδεύεται στις ασημένιες κλωστές των μαλλιών και βασανίζει τις ρίζες μου. Μια ξένη γλώσσα τρύπωσε βίαια στο στόμα μου κι άφησε πίσω της βουβή μελανιά, δε θα ξεχάσω ποτέ, δε θα περάσει αυτό ποτέ, πόσο με κούρασε και τούτη η κατανόηση, το στέρνο μου όλο κέρινη βούλα που σφραγίζει αμυχές, πολλές πληγές ανάμιχτων ανθρώπων, μια διαρκής μετάγγιση αίματος, κι είμαι ένας ξένος - πιο ξένος από σένα, πιο ξένος από πριν, πιο λίγος.