Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

(ακόμη μια) ωδή στην αλλαγή

Σαγαπάω - σχεδόν το φωνάζει ipso facto πίσω από την πλάτη μου και το 'χει ξεστομίσει αμέτρητες φορές (καθώς εξέρχομαι από την αίθουσα συνήθως). Εκείνος από τη θέση του ισχυρού πάντα, του ουσιαστικού κι αδιαφιλονίκητου αφεντικού, χωρίς ίχνος έπαρσης αλλά με κρυστάλλινη ανωτερότητα, με την πιο φυσική οριοθέτηση του κόσμου που όχι απλά δε γδέρνει αλλά σε κάνει να θες να την προστατέψεις. Να τη συντηρήσεις.
     Ένα σαγαπάω που εκσφενδονίζεται μέσα σε σκληροτράχηλες κλινικές, αυστηρά κι ακατάστατα γραφεία, ανθρωποφάγους διαδρόμους. Και κρέμεται εκτεθειμένο μπροστά σε δεκάδες αφτιά που συχνά διασκεδάζουν με τη λέξη παρά με το αντίστοιχο συναίσθημα. Ποιος είναι άλλωστε αρκετά σίγουρος για το συναίσθημα ώστε να το διασκεδάσει;
     Kάπου δυό χρόνια τώρα έχω βυθιστεί ως το λαιμό στη φύση της συγκεκριμένης θητείας κι ουδέποτε παρερμηνεύω την έννοια αυτού του σαγαπάω. Είναι αληθινό όσο κι οριοθετημένο. Ένα ξόρκι-όπλο απέναντι στην απονιά της αρρώστιας και των μεγάλων ανθυγιεινών μηχανισμών, ένα φυλαχτό να προστατεύει την ανθρωπιά μας. Σαγαπάω αντί τυπικού ευχαριστώ, βαθύτερα επικοινωνιακό, ένας μικρός χαιρετισμός προς την καθημερινή μάχη κι αφοσίωση. Μια παραφθαρμένη έκφραση. Άτοπη ή λανθασμένη μόνο αν τύχαινε να ξεχάσεις ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι.
     Τελευταία πολλαπλασιάστηκαν τα σκόρπια σαγαπάω, ισότιμα με το μόχθο που καταβάλλουμε. Νιώθω πως μαντεύει - αρκετά πριν από μένα - το τέλος που καλπάζει προς το μέρος μας. Με βλέμμα σαν αποστειρωμένο νυστέρι, βλέμμα που απογυμνώνει τη νόσο, το ίδιο βλέμμα που συχνά χρησιμοποιεί το δικό μου ως βαρόμετρο, ξέρει πως όχι μόνο πλησιάζει ο καιρός που θα φύγω, αλλά - το πιο σημαντικό - πως θέλω πλέον να φύγω. Κι είναι τόσο σπάνιο αυτό το 'θέλω' μου που αναγνωρίζεται ως αυθεντικό και γίνεται φοβιστικό ακριβώς επειδή είναι σπάνιο.
     Καιρό τώρα κάτι επιμένει να μετατοπίζεται μέσα μου. Το ίδιο το είναι μου μετατοπίζεται με αδιόρατα βήματα που ακολουθούνε πιστά τον παλμό της ψυχολογικής κόπωσης. Η υπομονή χτυπάει πάνω σε κόκκινο τοίχο, η αδικία προσβάλλει τα πάντα με το θρίαμβό της, κι η σκιά μου δεν αντέχει να τη μαγκώνουν άλλο πια οι μηχανισμοί. Η θητεία τελεύει πιο γοργά απ' όσο θα μπορούσε ποτέ να της επιβάλει μια ημερομηνία. Κι ύστερα τούτο το σαγαπάω θα γίνει σηματάκι καρφιτσωμένο στο πέτο, δίπλα στην καρδιά που 'χω περασμένη εκεί, ένα σύμβολο εκείνων που μπορείς ή δε μπορείς, που αντέχεις ή παύεις ν' αντέχεις. Σύμβολο της προσπάθειας που θεωρείς αντάξιά σου. Μα πιο πολύ αντάξιά τους. Προσωπικό βαρόμετρο, αδιόρατο αποτύπωμα αλλαγής.
Της άγιας Αλλαγής.