Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

twisted

Είχες αφήσει στο παράθυρό σου χαραμάδα αβέβαιη. Δεν ξέρω αν το 'ξερες, μα από 'κει βρήκε χώρο να τρυπώσει η ψυχή μου να συναντήσει τη δική σου. Από 'κει χύθηκε λίγη απ' τη συμπόνια σου, κάτι από σένα γλίστρησε και βρέθηκε απρόσμενα στα χέρια μου, κρύα μέσα στα δικά σου, χιόνι κάτω απ' τα πόδια μας, μπαγιάτικος ο αέρας της κάμαρής σου.
Ομολογώ πως δεν είχα προετοιμαστεί  για τη νύχτα που η παγωνιά θα 'φτανε ευθεία στην καρδιά μου. Τώρα πεπερασμένοι εμείς, οι μουσικές μας χωριστές, οι χορδές μας τεντωμένες, μακρινές κι άγνωστες.
Κι εγώ που ποτέ δεν ένιωσα άνεση αρκετή να βρω φωνή να τραγουδήσω κάτω απ' το φεγγάρι σου. Εγώ που έχασα τη μια μου φτερούγα σε κάποια ξεχασμένη θήκη κιθάρας δεύτερης διαλογής, βρίσκω το βάρος της ελευθερίας να κουρνιάζει στα μάτια μου. Δε θα χωθώ ξανά στο πονεμένο σου πλευρό.
Η χαραμάδα έκλεισε κι οι ψυχές μας έμειναν η καθεμιά στον πάγκο της. Στο κρεβάτι μου γέρνει ένας ασκητής, ένας ψηλός ηλικιωμένος που κουβαλάει μέσα του τσούρμο πρόσφυγες, άνεργους και παραμελημένα παιδιά. Φοράει σταυρό που του πληγώνει το στέρνο.
Χάρισμά σου το χρυσάφι που 'χα στείλει, καθώς και το κλειδί που άνοιξε για μια στιγμή την ξώθυρα, και το χαμόγελο που ζέστανε τον κόρφο του ασκητή, χαλάλι και τα δάκρυα που στόλισαν διαμάντια το γιακά σου.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

όταν θα 'μαι

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένα σημάδι από το υπερπέραν ήρθε κι έπεσε μέσα στα χέρια μου. Αρκετές φορές μου 'χει συμβεί, και μάλιστα σ' εποχές που με πάθος αναζητούσα σημαδάκια ανάμεσα στα βήματά μου. Εκείνα μπορεί να ήρθαν, όμως εγώ τα αγνόησα, στράφηκα αλλού, τα απέρριψα με μικροψυχία, φόβο, συμβιβασμό αν θες, ως απλές συμπτώσεις.
Ώσπου με τον καιρό κάτι μετατοπίστηκε εντός μου κι ανακάλυψα πως ο κόσμος όλος έχει αλλάξει, τα συναισθήματα, το βλέμμα, οι αντιδράσεις μου. Η πίστη στον εαυτό μου κι η αντίληψή μου για μένα κυρίως.
Κι έτσι χθες, με την ακριβή πολυτέλεια του χρόνου για να κάνω επιτέλους ένα μικρό ξεκαθάρισμα του χώρου μου, έπιασα στα χέρια ένα διαφημιστικό αντικείμενο της Fender Custom Shop με το σύμβολο της εταιρείας σταμπαρισμένο κι από κάτω χαραγμένο αυτό: when you're ready.
Εκείνην ακριβώς τη στιγμή που το επεξεργαζόμουν - αυτό το μικροαντικείμενο ανάμεσα στα ελάχιστα δικά σου, ξεχασμένο σε μια γωνιά του δωματίου μου - κι ενώ διάβαζα αυτές τις λέξεις πάνω του, ακουγόταν η φωνή της Bird: when you're ready.
Κι άλλοτε μου 'χει συμβεί τέτοιες άψογος συμπαντικός συγχρονισμός. Κι άλλοτε είχα την τύχη ν' ακούσω τη φωνή του. Όμως τώρα τον πλησιάζω διαφορετικά, τον αγκαλιάζω με ταπεινότητα κι ευγνωμοσύνη, μ' ετοιμότητα να δεχτώ ένα μήνυμα που ταιριάζει γάντι στη ζωή ενός χρονίως απροετοίμαστου απέναντι στις μικρές και μεγάλες αλλαγές που τον αρπάζουν και τον τραβάνε μπροστά χωρίς να τον ρωτάνε ή να τον περιμένουν.
Τώρα πια γνωρίζω καλά ότι ποτέ δε θα 'μαστε έτοιμοι για μάς. Ονειρεύομαι όμως τη μέρα εκείνη που ένας άνεμος φιλικός θα πάρει και θα σηκώσει τον πιο βαθύ μου πόνο και θυμό. Που θα φυσήξει και θα ξεσκεπάσει, θα κάνει τόπο πάνω στην άμμο για τις αλήθειες μας.
Και τότε..Ι'll be ready.

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

the car crash

Με βοηθό το λεωφορειάκι μπορούσα να κοιτώ το δρόμο από σχετικό ύψος. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, τα μαγαζιά ανοιχτά, ο κόσμος μπαινόβγαινε. Το όχημα έκοψε από ένα παράδρομο, δεν καλοκατάλαβα το λόγο, βγήκαμε όμως κάπου ανοιχτά με οχήματα παρκαρισμένα στη μια πλευρά. Το φως μου χτυπούσε το παράθυρο, ένιωθα τους αγκώνες να θερμαίνονται έτσι αραγμένοι στην πλάτη του καθίσματος, τα μάτια κουρασμένα κάπως απ΄το ταξίδι και τη σχετική αϋπνία.
Κι εκεί παρατημένο στο πλάι αντίκρυσα το σκελετό ενός αμαξιού που αναγνώρισα για δικό μου, με μαύρο αερόσακο ξεφουσκωμένο στο τιμόνι και τρεις εμπειρογνώμονες με κατάλευκες στολές να μαζεύουν στοιχεία και μαρτυρίες από τα σπλάχνα του. Το είδα γερμένο το αμάξι, αφημένο σε μια επώδυνη μοίρα, αδειανό από ζωή, κατάλοιπο παλιών διαδρομών μα τώρα χωρίς δική του έξοδο διαφυγής.
Κάποιος θα πρέπει να σκοτώθηκε εδώ, αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη για τούτο το οικείο κέλυφος που δε φαινόταν να κρύβει κάτι δικό μου στα εντόσθια. Οι ειδικοί εξήλθαν, οι στολές τους αψεγάδιαστες στον ήλιο, απόμακροι με κλινική αμεροληψία απέναντι στο θάνατο.
Σε παλιότερους καιρούς έβλεπα το τέλος σου σαν αδιάσειστη ένδειξη θυσίας. Τώρα το αντικρύζω σαν άφεση, παράδοση ψυχής και συναισθήματος στο αναπόφευκτο. Αποδοχή όλων εκείνων που δε μπορούσες και δε μπορούμε ν΄αλλάξουμε. Παρά μόνο να αγκαλιάσουμε και να ελευθερώσουμε.


Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

πάλι εδώ.. σκέτη σκιά χωρίς εγώ


Δείξε μου έναν που δε νοσήλεψε τουλάχιστον ένα όνειρο, δεν αφέθηκε τουλάχιστο για μια φορά στο φτερούγισμα της ελπίδας του. Έναν που δε γκρεμίστηκε. Δύσκολο. ΄Οπως δύσκολο είναι το ότι βρίσκομα ξανά εδώ. Πού με οδήγησαν τα βήματά μου αλήθεια, από ποια μονοπάτια πέρασα; Δεν τα θυμάμαι ένα προς ένα, ξέρω μονάχα πως είμαι πάλι εδώ, ίδια σκιά πίσω από ένα μάλλλον αλλιώτικο εγώ.

Ένιωσα τους τελευταίους μήνες να ξετυλίγονται μπροστά μου σα φιδίσιες δεκαετίες. Κι οι εβδομάδες ακόμη το παρατράβηξαν, έχασα κάπου για τα καλά την αίσθηση του χρόνου, κι εμένα αυτό συνήθως με βγάζει άμεσα εκτός τόπου. Είναι χούι βλέπεις, απομεινάρι από τραύμα παλιό, μια σκιά που σα στήλη άλατος στέκεται και με περιμένει να ζεσταθώ να πάρω μπρος. Άσε ας περιμένει. Θυμάσαι που ακούγαμε το Again σε κρίσιμες στιγμές, σε καιρούς καυτούς των μεγάλων ιδεών και αλλαγών; Κοιτάζω τώρα τον πόνο που βγάζει ο άνθρωπος στη σκηνή και ντρέπομαι κάπως, καταλαβαίνεις; Φοβάμαι μη και δεν προλάβω - μη δε μπορέσω να ξανανιώσω. Κάτι αντίστοιχο δε φοβάσαι κι εσύ;

Τον τελευταίο καιρό ξανάπαιξα το Again... again an' again... στο ρηπήτ δηλαδή, γιατί το είχα ανάγκη. Το άκουσα στο σπίτι, στο amax, στο δρόμο για τη δουλειά. Αφέθηκα στη χροιά της φωνής του, στις συλλαβές του χαμού, στη μοναξιά της φυσαρμόνικας - αυτής της παρεξηγημένης. Από όλα μα όλα τα άσματα που θα μπορούσαν να 'χαν περάσει στο φόντο του σκοταδιού μου, το Again ξεχώρισε.


Αργότερα, ένα πρωί και χωρίς πολλές εξηγήσεις, δεν το ξανάπαιξα στις διαδρομές μου. Πέρασαν έκτοτε κάμποσοι αιώνες απομόνωσης, σε μια σπηλιά εγώ γλείφοντας πληγές.. όχι δικές μου, μα του μεγάλου Πώς και του άλλου μεγάλου Γιατί. Σε κείνη τη σπηλιά βρήκα πρόχειρο καταφύγιο, με το φτερωτό Μιχάλη να κόβει βόλτες απέξω, ερημιά παντού κι αυτός εκεί να μου γνέφει: δεν είμαστε μόνοι, απλά έτσι φαίνεται. Για βγες έξω και δες τ΄ άστρα, σταμάτα πια να κοιτάς το χώμα, ό,τι έσπειρες έσπειρες. Άς το να φύγει, εντάξει;

Εντάξει. Κι από τις μέρες εκείνες, τους αιώνες εκείνους, στην ερημιά του πουθενά με τον ήλιο στο βάθος να πολεμάει τη σκοτεινιά μου, τώρα παίζει αυτό.
 


Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ήταν μια λέξη μοναχά..Ελευθερία

Σκέφτηκα αυτό να 'ναι το δώρο μου φέτος για τα γενέθλιά σου. Το μόνο μου δώρο δηλαδή, αφού ήδη γνωρίζω πως όχι μόνο δε θα ειδωθούμε για τις τυπικές ευχές σε λίγες βδομάδες, μα πως θα 'ταν ακόμα μια υπερβολή εκ μέρους μου να στείλω κάτι παραπάνω, προσθέτοντας έτσι στο προηγούμενο φορτίο της προσφοράς, μια αλυσίδα επιπλέον - μια αλυσίδα που με δυσφορία θα 'δενε εσένα σε μια θεωρητική 'υποχρέωση', εμένα σ' έναν υποσυνείδητο χειρισμό, ένα συναισθηματικό συμβιβασμό, μιαν ενδότερη υποταγή που δύσκολα γίνεται κατανοητή και πολύ πιο δύσκολα αποδεκτή. Πόσο μάλλον να μπορέσει να τη διασπάσει κανείς σ' εύπεπτα μέρη, να την εξετάσει προσεχτικά κι έπειτα να την αφήσει πίσω του, ή να τη ρίξει στο νερό, στη φωτιά, στο κενό.

Όλα τούτα ανέκαθεν τα 'βρισκα δύσκολα εγώ ο βλαστός δυσλειτουργικών γοργονανθρώπων, σειρήνων χαμένων σ' εκτάσεις από γκριζοπράσινα φύκια που κρύβανε ιδιωτικά ναυάγια, μακρινών θαλασσόλυκων φυγάδων που δε γύρισαν ποτέ στ' αρχικά τους λιμάνια, νεραϊδών και ξωτικών που ζητούσαν είτε συμπόνια, είτε ένα κύπελλο γεμάτο δάκρυ ως απάνω, είτε αφοσίωση ή σύμπλευση γυρεύανε, να σε τραβήξουν έξω στα βαθιά και προς τα κάτω, να κολυμπήσεις δίπλα τους ανάμεσα στα φύκια, να δεις τι υπάρχει εκεί δικό τους θαμμένο μα ουδόλως πεθαμένο.

Πήρε μιαν ολάκερη ζωή να μάθω να κολυμπώ εκεί κάτω, ν' αφήνομαι στα χέρια των υδρόβιων συγγνενών, να εξασκώ τα μάτια μου έτσι ώστε να βλέπουν ό,τι έβλεπαν εκείνοι. Και ν' αγωνίζομαι μες στις δικές τους τρικυμίες, να ταξιδεύω δίχως να φτάνω κάπου, να μου λείπει ένα νοερό σπίτι έξω στη στεριά χωρίς να το 'χω δει ποτέ, με μια ξώθυρα βαμμένη μπλε που δε φτάνουν ως εκεί ποτέ να τη χτυπήσουν αληθινοί θαλασσόλυκοι, κι ένα νόστο που...

Που ξέρω πια πως έρχεται από μέσα βαθιά κι όχι πέρα στην αμμουδιά. Νόστος για ένα σπίτι που 'ναι πάντα εκεί κι εγώ βρίσκομαι μόνιμα εντός του, που ανέκαθεν με καλούσε πότε ικετευτικά και πότε προστατευτικά, μα εγώ το αρνιόμουνα γιατί δεν το καταλάβαινα, θεωρούσα πως ήτανε πολύ κοντά για να 'ναι κατοικία αληθινή και πως εγώ ήμουν άνθρωπος λίγος για να μου δώσει η ζωή καταφύγιο.

Καταλαβαίνεις λοιπόν. Τούτο είναι το δώρο μου για χρόνια πολλά, ίσως για χρόνους πολλούς, κι είναι η επιείκεια βλαστών ακριβώς σαν εμένα που μπαίνει σε λειτουργία κι επιλέγει να κλείσει με τον τρόπο αυτό ένα κεφάλαιο ζωής - πες την κι αγάπη ακόμη άμα θες - γιατί παίρνει καιρό πολύ και ζητά θάρρος απέραντο το ταξίδι προς την Ελευθερία, κι είναι γεμάτο συμπληγάδες και συγκρούσεις και συνεχείς θανάτους ώσπου ν' αρχίσει επιτέλους ν' αχνοφέγγει Εκείνη.

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

γνώριμο τέλος - άγνωστη αρχή


[....]
While each breathless interval
In their whisperings musical
The inspired soul supplies
With its own deep melodies,
And the love which heals all strife
Circling, like the breath of life,
All things in that sweet abode
With its own mild brotherhood:
They, not it, would change; and soon
Every sprite beneath the moon
Would repent its envy vain,
And the earth grow young again.
P.B. Shelley: Lines Written Among The Euganean Hills - October 1818



Κατά τύχη θυμάμαι τους είχα ανακαλύψει τους Brother & Bones - μια μπάντα από τα μέρη μου εδώ, κι απ' τις ελάχιστες, από όσο γνωρίζω τουλάχιστον, που χρησιμοποιούν όχι ένα αλλά δύο ντράμερ. Μου άρεσαν τόσο τα φωνητικά όσο και η μουσική, η γνησιότητα και η αντιεμπορικότητά τους, και γι' αυτό τους επέλεξα να ντύσουν απόψε μια διεργασία που έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό. Πολύ καιρό μάλιστα. Ωστόσο ο χρόνος πέρασε εξαιρετικά γρήγορα, σε σημείο που η αλλαγή φάνηκε απότομη, σχεδόν απρόσμενη.
Μέσα μου όμως το 'ξερα καλά πως μόνο απρόσμενη δεν ήταν. 
Κι εντέλει πόσο προετοιμασμένος μπορεί να 'ναι κανείς ακόμη και για τις πιο ενδότερές του μετατοπίσεις, πόσο έτοιμος για μια νέα σειρά αποχαιρετισμών. Ανάμεσα στους τελευταίους βρισκόταν κι ένας από τους μεγαλύτερους. Αυτός λοιπόν ήρθε και σηματοδότησε - ή μάλλον επισφράγησε - μια νέα προσωπική διαδρομή που θεωρώ γνωστή και ταυτόχρονα άγνωστη. Γνωστή γιατί την είχα σκεφτεί σαν όραμα από πολύ παλιά, άγνωστη γιατί ουδέποτε είχα καταφέρει να την τολμήσω. 
Τώρα ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε άλλη επιλογή δεν έχω παρά να την επιχειρήσω κι όπου με βγάλει. Πιστεύω πως μάλλον σε καλό θα βγάλει, αν και ποτέ δεν ξέρεις. Μια παλιά πληγή που 'χει κακοφορμίσει δεν είναι πάντα καλό να την αφήσεις να ξανατρέξει. Όμως, από την άλλη, χωρίς κουράγιο δε γίνεται τίποτα και κανένα τραύμα δεν πρόκειται να επουλωθεί. Πιο πολύ αντιστέκομαι στο φόβο του απροσπέλαστου, παρά στον πόνο του πόνου. 
Αρχίζω λοιπόν ξανά, σχεδόν απ' την αρχή (ή τουλάχιστον από μια κάποια αρχή), χωρίς εσένα. 
Τακτοποιώ μισοτελειωμένες δουλειές που μας αφορούν και τους δυο, μα χωρίς εσένα. 
Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται - ότι λείπεις και δε βλέπεις, δε γνωρίζεις τίποτε πια για μένα, κι αρχίζω ν' αναρωτιέμαι αν και πόσα στην ουσία γνώριζες. Μισοκλείνω τα μάτια και ναι, όλα έγιναν όπως έπρεπε, τα μαθήματα, τα παθήματα, οι ακρότητες, οι ατέλειες, η δύναμη κι η αδυναμία της αγάπης μαζί τυλιγμένες σε μια σελίδα που αλλιώς διάβασες εσύ κι αλλιώς εγώ. 
Για κάποιον σαν εμένα, που το αντίο ήταν πάντα μια σαΐτα καρφωμένη στο χώμα μπροστά μου, ευγνωμονώ τη στιγμή που το πήρε και το κλείδωσε μέσα της, μακριά από τα βλέμματα και τα στόματα των ανθρώπων. Κι από τα δικά μας ακόμη. 
Αφήνω τους Β&Β να εκφράσουν τα υπόλοιπα - εκείνα που μένουν έξω από τα πλαίσια της εγγραφής και του λόγου, των αντοχών και των παραμέτρων - μα όχι των συναισθημάτων.

 

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

με το σπαθί σου

Η φωνή σου αντηχεί στ’ αφτιά μου, ανυπόμονη κάπως μα δίχως ίχνος θυμού, για όλες τις φορές που μας αγνόησα. Μου ‘χες μάθει πολύ νωρίς πως ό,τι δε λύνεται πρέπει να κόβεται. Είχα μάθει να το σέβομαι και να το εφαρμόζω στην καθημερινότητά μου. Όσες φορές χρειάστηκε να γίνει, άλλες τόσες έπρεπε μα δεν το μπόρεσα. Εσύ ήσουν τότε που στάθηκες δίπλα μου με το σπαθί σου και το 'κανες για μένα. Ομολογώ πως δεν κόπηκαν πάντα αναίμακτα οι γόρδιοι δεσμοί. Όμως ποια ήταν η εναλλακτική; Άλλοτε πάλι καλοδέχτηκα τη σκουντιά της αιχμηρότητας του σπαθιού σου για να πάρω μπρος. Ομολογώ ότι, παρά την προτροπή σου, δεν κατάφερα να πάρω πάντα μπρος.
Και κάποιες φορές μου φώναξες «με το σπαθί σου» - για όσα είχα υποχρέωση να φέρω εις πέρας και για όλα τ' άλλα που είχα ήδη εκπληρώσει. Με ευγνωμοσύνη γεύομαι σήμερα την αποδοχή σου, το καλόβολο αχνό σου χαμόγελο που γίνεται ασπίδα απέναντι στο δικό μου ανθρώπινο λίγο. 
Αφόρητοι μου φαίνονται οι κόποι των τελευταίων 18 μηνών. Ειδικά αυτών, αν και γενικότερα οι πρόσφατοι χρόνοι υπήρξαν συχνά δυσβάσταχτοι. Για πόσο πρόσφατους μιλάμε; Πίσω απ' τον ώμο μου ξεδιπλώνεται μια ζωή γεμάτη δράματα πασπαλισμένα με τη χρυσόσκονη της αγάπης.   
Συ ξέρεις καλύτερα τι έπρεπε να κοπεί, να χαθεί ή να μείνει κοντά. Συ ξέρεις πόσο άδικο έχω καταπιεί ως τώρα, κι ας κουρνιάζει ακόμη εντός μου δύσπεπτο. Συ δικαιολογείς με επιείκεια τη δυσφαγία μου προς την έπαρση και το χρόνιο εγωκεντρισμό. Συ μετράς για μένα αναγκαίες απώλειες που τραυμάτισαν κάποια τρυφερά οράματα της ψυχής μου. Μα θέλω να πιστεύω πως ίσως νέα οράματα ν' αναστηθούν αργά ή γρήγορα στη θέση τους. 
Ας είναι να συνεχίσεις να βαδίζεις δίπλα μου. 

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

ladykiller got the both of us


Τούτη η εγγραφή θα μπορούσε να ονομάζεται απλά "το φίδι". Το στιλπνό, αργοκίνητο, κατάμαυρο φίδι που εμφανίστηκε απρόσμενα μπροστά στα πόδια μου, με σκοπό να διασχίσει το μονοπάτι του δικού μου συνειδητού ώστε να φτάσει στο υποσυνείδητο. Και μάλιστα στην πιο ανήλιαγη, μοναχική του γωνία. Σ' εκείνο το σημείο που συνήθως κάνει μόνιμα κρύο. Συντηρούνται έτσι υπολείμματα ζωής και τραύματα ψυχής που δε χωράνε πουθενά αλλού - δε χώρεσαν στη ζέστα της παλιάς σου κουζίνας, σ' άκαμπτες αγκαλιές, δε χωράνε σε λόγια, ύβρεις, δάκρυα ή χαμόγελα που γρασάρουν τους τροχούς της καθημερινότητας.
Σε είδα να στέκεσαι δίπλα μου, ανεβασμένη σε μια καρέκλα - όπως άλλωστε κι εγώ - για ν' αποφύγεις τον κίνδυνο. Επιχείρησες όπως πάντα να μου μεταδώσεις τον άλογο φόβο σου και προς στιγμήν τον ενστερνίστηκα λες κι ήταν και δικός μου. Ή μάλλον σκέτα δικός μου. Αναρωτιέμαι πόσοι φόβοι μεταγγίστηκαν έτσι, σταγόνα-σταγόνα, μέσω μιας άδικης ώσμωσης.
Το φίδι άρχισε ν' απομακρύνεται σταθερά, δε μας κοιτούσε πια, και κάτι βαθιά εντός μου σκίρτησε με αρκετή δόση λύπης. Σα να χανόταν μια σπάνια, μοναδική ευκαιρία. Κάτι ανεπανάληπτο που ήθελα να κρατήσω μα ταυτόχρονα ν' αποφύγω. Τόσο σύντομο λοιπόν το ταξίδι στην ανήλιαγη γωνιά της ψυχής μου; Και τώρα, πότε ξανά;
Σαν αργοκίνητο φίδι κινούμαι κι εγώ προς άλλες κατευθύνσεις, δέχομαι επιθέσεις, αμύνομαι, τρυπώνω υπόγεια - διαρκώς μεταβάλλομαι σαν εκτεθειμένο μέταλλο που διαγράφονται πάνω του όλες οι καιρικές συνθήκες. Έχω γευτεί τις πίκρες σου, έχω ξεχάσει πώς γελάς, μα έχουμε κλάψει κι έχουμε ταξιδέψει πολύ πολύ μακριά μαζί. Χωρίς αμφιβολία μου ανήκεις και σου ανήκω.
Κι όμως.

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2014

βρεφική σκέψη


Αγαπητέ Ρόντνεϊ, είχα τη μεγάλη τύχη να σε δω σχετικά πρόσφατα στο Λονδίνο με την Εμμιλού, κι από τότε σ' αγάπησα ακόμη πιο πολύ. Αγάπησα και τις κιθάρες μου λίγο παραπάνω - και να φανταστείς πως ξεκίνησα πάλι, μ' έμπνευση και αφορμή εσένα, να σκαλίζω αβέβαιους στίχους στο πίσω μέρος του νου μου. Σ' εκείνη την κρυφή πίσω αυλή όπου φυλάω μερικά πολύτιμα δικά μου. Τα τραγούδια σου - και ειδικά ένα από αυτά - ώθησαν κάποτε σαν άνεμος ευνοϊκός τις βαθύτερες δυνάμεις μου που κατάφεραν να επεκταθούν και σε κάποιον άλλον. Πού να ξέρεις πόσο μακριά, πόσο βαθιά, μπορεί να φτάσει ένα τραγούδι που θεωρείς ότι μιλάει μόνο για σένα;
Μπορεί όμως και να το ξέρεις.
Αρχίζοντας σήμερα μια σελίδα καθαρή εδώ, δεν είναι τυχαίο πως την αρχίζω με βάση εσένα. Συγκεκριμένα με την τρυφερή δύναμη της τέχνης σου. Στο βλέμμα σου αναγνωρίζω ένα σωρό χαρίσματα που με αγγίζουν, την πιο εύθραυστη πλευρά της ζωής, την αγάπη που 'χει χαράξει τ' όνομά της πάνω στη μόνη χειραποσκευή που επιλέγω να 'χω μαζί μου πλέον στο ταξίδι.
Σίγουρα αλλάζουμε αρκετά μέσα στο χρόνο, η νιότη έχει πάψει να 'ναι αλυσίδα γύρω απ' τα πόδια μας κι οδόφραγμα, το πάθος έχει μετατραπεί σε κάτι που χωράει τώρα στα χέρια μας, η σιωπή κι η σεμνότητα του ενός έχουν προσπεράσει προ πολλού την έπαρση και τη φασαρία του πλήθους.
Κι επιθυμώ τούτος ο χρόνος που ήρθε φουριόζος να στρογγυλοκαθήσει πάνω στους ώμους μου, τούτος ο χρόνος που 'χει ήδη ανταλλάξει για μένα κάτι που ήθελα πολύ με κάτι που ίσως απλά να χρειάζομαι, ναι επιθυμώ να μου προσφέρει λίγη έστω από τη σοφία που εσύ στην πορεία ανακάλυψες.
Ευχαριστώ για όλα μα όλα τα τραγούδια. Δε βάζω εδώ 'εκείνο', μα ένα άλλο αγαπημένο - γιατί πώς να το κάνουμε, σαν άνθρωπος με πολλές πολλές ελλείψεις και κενά, εξακολουθώ κι εγώ να δίνω μάχες τόσο με τη μνήμη όσο και με τη λήθη.