Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

ήταν μια λέξη μοναχά..Ελευθερία

Σκέφτηκα αυτό να 'ναι το δώρο μου φέτος για τα γενέθλιά σου. Το μόνο μου δώρο δηλαδή, αφού ήδη γνωρίζω πως όχι μόνο δε θα ειδωθούμε για τις τυπικές ευχές σε λίγες βδομάδες, μα πως θα 'ταν ακόμα μια υπερβολή εκ μέρους μου να στείλω κάτι παραπάνω, προσθέτοντας έτσι στο προηγούμενο φορτίο της προσφοράς, μια αλυσίδα επιπλέον - μια αλυσίδα που με δυσφορία θα 'δενε εσένα σε μια θεωρητική 'υποχρέωση', εμένα σ' έναν υποσυνείδητο χειρισμό, ένα συναισθηματικό συμβιβασμό, μιαν ενδότερη υποταγή που δύσκολα γίνεται κατανοητή και πολύ πιο δύσκολα αποδεκτή. Πόσο μάλλον να μπορέσει να τη διασπάσει κανείς σ' εύπεπτα μέρη, να την εξετάσει προσεχτικά κι έπειτα να την αφήσει πίσω του, ή να τη ρίξει στο νερό, στη φωτιά, στο κενό.

Όλα τούτα ανέκαθεν τα 'βρισκα δύσκολα εγώ ο βλαστός δυσλειτουργικών γοργονανθρώπων, σειρήνων χαμένων σ' εκτάσεις από γκριζοπράσινα φύκια που κρύβανε ιδιωτικά ναυάγια, μακρινών θαλασσόλυκων φυγάδων που δε γύρισαν ποτέ στ' αρχικά τους λιμάνια, νεραϊδών και ξωτικών που ζητούσαν είτε συμπόνια, είτε ένα κύπελλο γεμάτο δάκρυ ως απάνω, είτε αφοσίωση ή σύμπλευση γυρεύανε, να σε τραβήξουν έξω στα βαθιά και προς τα κάτω, να κολυμπήσεις δίπλα τους ανάμεσα στα φύκια, να δεις τι υπάρχει εκεί δικό τους θαμμένο μα ουδόλως πεθαμένο.

Πήρε μιαν ολάκερη ζωή να μάθω να κολυμπώ εκεί κάτω, ν' αφήνομαι στα χέρια των υδρόβιων συγγνενών, να εξασκώ τα μάτια μου έτσι ώστε να βλέπουν ό,τι έβλεπαν εκείνοι. Και ν' αγωνίζομαι μες στις δικές τους τρικυμίες, να ταξιδεύω δίχως να φτάνω κάπου, να μου λείπει ένα νοερό σπίτι έξω στη στεριά χωρίς να το 'χω δει ποτέ, με μια ξώθυρα βαμμένη μπλε που δε φτάνουν ως εκεί ποτέ να τη χτυπήσουν αληθινοί θαλασσόλυκοι, κι ένα νόστο που...

Που ξέρω πια πως έρχεται από μέσα βαθιά κι όχι πέρα στην αμμουδιά. Νόστος για ένα σπίτι που 'ναι πάντα εκεί κι εγώ βρίσκομαι μόνιμα εντός του, που ανέκαθεν με καλούσε πότε ικετευτικά και πότε προστατευτικά, μα εγώ το αρνιόμουνα γιατί δεν το καταλάβαινα, θεωρούσα πως ήτανε πολύ κοντά για να 'ναι κατοικία αληθινή και πως εγώ ήμουν άνθρωπος λίγος για να μου δώσει η ζωή καταφύγιο.

Καταλαβαίνεις λοιπόν. Τούτο είναι το δώρο μου για χρόνια πολλά, ίσως για χρόνους πολλούς, κι είναι η επιείκεια βλαστών ακριβώς σαν εμένα που μπαίνει σε λειτουργία κι επιλέγει να κλείσει με τον τρόπο αυτό ένα κεφάλαιο ζωής - πες την κι αγάπη ακόμη άμα θες - γιατί παίρνει καιρό πολύ και ζητά θάρρος απέραντο το ταξίδι προς την Ελευθερία, κι είναι γεμάτο συμπληγάδες και συγκρούσεις και συνεχείς θανάτους ώσπου ν' αρχίσει επιτέλους ν' αχνοφέγγει Εκείνη.