Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

the car crash

Με βοηθό το λεωφορειάκι μπορούσα να κοιτώ το δρόμο από σχετικό ύψος. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, τα μαγαζιά ανοιχτά, ο κόσμος μπαινόβγαινε. Το όχημα έκοψε από ένα παράδρομο, δεν καλοκατάλαβα το λόγο, βγήκαμε όμως κάπου ανοιχτά με οχήματα παρκαρισμένα στη μια πλευρά. Το φως μου χτυπούσε το παράθυρο, ένιωθα τους αγκώνες να θερμαίνονται έτσι αραγμένοι στην πλάτη του καθίσματος, τα μάτια κουρασμένα κάπως απ΄το ταξίδι και τη σχετική αϋπνία.
Κι εκεί παρατημένο στο πλάι αντίκρυσα το σκελετό ενός αμαξιού που αναγνώρισα για δικό μου, με μαύρο αερόσακο ξεφουσκωμένο στο τιμόνι και τρεις εμπειρογνώμονες με κατάλευκες στολές να μαζεύουν στοιχεία και μαρτυρίες από τα σπλάχνα του. Το είδα γερμένο το αμάξι, αφημένο σε μια επώδυνη μοίρα, αδειανό από ζωή, κατάλοιπο παλιών διαδρομών μα τώρα χωρίς δική του έξοδο διαφυγής.
Κάποιος θα πρέπει να σκοτώθηκε εδώ, αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη για τούτο το οικείο κέλυφος που δε φαινόταν να κρύβει κάτι δικό μου στα εντόσθια. Οι ειδικοί εξήλθαν, οι στολές τους αψεγάδιαστες στον ήλιο, απόμακροι με κλινική αμεροληψία απέναντι στο θάνατο.
Σε παλιότερους καιρούς έβλεπα το τέλος σου σαν αδιάσειστη ένδειξη θυσίας. Τώρα το αντικρύζω σαν άφεση, παράδοση ψυχής και συναισθήματος στο αναπόφευκτο. Αποδοχή όλων εκείνων που δε μπορούσες και δε μπορούμε ν΄αλλάξουμε. Παρά μόνο να αγκαλιάσουμε και να ελευθερώσουμε.